Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύνδεσμος

Revision as of 14:35, 3 October 2019 by Spiros (talk | contribs) (cc2)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: σύνδεσμος Medium diacritics: σύνδεσμος Low diacritics: σύνδεσμος Capitals: ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ
Transliteration A: sýndesmos Transliteration B: syndesmos Transliteration C: syndesmos Beta Code: su/ndesmos

English (LSJ)

ὁ, heterocl. pl.

   A σύνδεσμα E. (v. infr.):—that which binds together, bond of union, fastening, ξ. ἦν . . τὰ ξύλα, τοῦ μὴ ἀσθενὲς εἶναι τὸ οἰκοδόμημα Th.2.75; ἀραρότως σύνδεσμα χρυσὸς εἶχε the golden headband kept its bonds firmly fixed, E.Med.1193; ἁμμάτων σύνδεσμα fastenings of garments, Id.Ba.697; οἱ περὶ [τὸ θύρωμα] σ. Aristeas 85; μελέων σύνδεσμα, of sinews or ligaments, E.Hipp.199 (anap.), cf. Ti.Locr.100b, Arist.PA652a16, IA712a2, Ep.Col.2.19, Sor.2.57, Gal.18(1).734.    2 metaph., bond of union; ὁ σ. τῆς πόλεως the bond that keeps the state together, of good citizens, Pl.R. 520a, cf.Plt.310a; νόμος ὁ βοηθῶν . . τῷ τῆς πόλεως συνδέσμῳ Id.Lg. 921c; σ. τοῦ οὐρανοῦ Id.R.616c; σ. τὰ τέκνα δοκεῖ εἶναι Arist.EN 1162a27; τὴν ἀγάπην, ὅ ἐστι σ. τῆς τελειότητος Ep.Col.3.14.    3 Gramm., conjunction, Arist.Rh.1407a20; σ. ἓν ποιεῖ τὰ πολλά ib. 1413b32, cf. Rh.Al.1434b13, Po.1456b38, Chrysipp.Stoic.2.45, D.T. 634.6, A.D.Conj. passim, Hermog.Id.2.7.    II = σύνδεσις 1, Pl. Epin.984c; συνδέσμῳ ἕν Arist.APo.93b36, Metaph.1045a13, cf. Int. 17a9.    III that which is bound together, bundle, ἐπιστολῶν Hdn. 4.12.6.    IV conspiracy, LXX 4 Ki.11.14, al.    V sodomy, ib. 3 Ki.14.24.    VI Astron., node, Eudox.Ars 18.13, Theo Sm. p.194 H., Cleom.2.5, Ptol.Alm.6.5.    2 Σ. the Knot, i.e. the star a Piscium, Hipparch.1.11.20, Gem.3.7, Id.Calend.10, Ptol.Alm.8.1.    3 Astrol., connection of heavenly bodies, Vett.Val.163.13, al.; of the moon, Paul.Al.S.3.

German (Pape)

[Seite 1006] ὁ, die Verbindung, das Band; Eur., nur im heterogenen plur. σύνδεσμα, z. B. ἁμμάτων σύνδεσμ' ἐλέλυτο Bacch. 696, λέλυμαι μελέων σύνδεσμα Hipp. 199; die Häuser, der Holzverband, Thuc. 2, 75; Plat. Polit. 310 a Rep. VII, 520 a u. öfter; Folgde; das Pack, ἐπιστολῶν, Hdn. 4, 12. – Bei Arist. die Partikel; u. im engern Sinne die Conjunction, Gramm.

Greek (Liddell-Scott)

σύνδεσμος: ὁ, ἑτερογεν. πληθ. σύνδεσμα Εὐρ. ἔνθα κατωτ.· ― ὁ ὁμοῦ συνδέων, μέσον συνδέσεως ἢ ἑνώσεως, δεσμός, σύσφιγξις, σ. ἦν... τὰ ξύλα, τοῦ μὴ ἀσθενὲς εἶναι τὸ οἰκοδόμημα Θουκ. 2. 75· ἀραρότως ξύνδεσμα χρυσὸς εἶχε, τὸ χρυσοῦν διάδημα ἦτο στερεῶς προσηλωμένον, Εὐρ. Μήδ. 1193· ἁμμάτων σύνδεσμα, τῶν ἐνδυμάτων σύνδεσμοι, κόμβοι, κομβώματα, ὁ αὐτ. ἐν Βάκχ. 697· μελέων σύνδεσμα, οἱ τένοντες, δι’ ὧν τὰ ἄρθρα ἢ μέλη συνδέονται πρὸς ἄλληλα, ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 199, πρβλ. Τίμ. Λοκρ. 100Β, Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 2. 6, 7, π. Ζ. Πορείας 13. 1· ἴδε Foës. Oecon. Hipp. 2) μεταφορ., δεσμὸς ἑνώσεως· οἱ ἀγαθοὶ ἄνδρες καλοῦνται ὁ ξ. τῆς πόλεως, ὁ δεσμὸς ὁ φυλάττων τὴν πόλιν ἡνωμένην, Πλάτ. Πολ. 520Α, πρβλ. Πολιτικ. 310Α· οὕτω, νόμος ὁ βοηθῶν... τῷ τῆς πόλεως συνδέσμῳ ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 921C· ξ. τοῦ οὐρανοῦ ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 616C· σ. τὰ τέκνα δοκεῖ εἶναι Ἀριστ. Ἠθ. Νικ. 8, 12, 7. 3) ἐν τῇ γραμματικῇ, μόριον χρησιμεῦον εἰς σύνδεσιν λέξεων πρὸς ἀλλήλας, ὁ αὐτ. ἐν Ρητ. 3. 5, 2· σ. ἓν ποιεῖ τὰ πολλὰ αὐτόθι 3. 12, 4, πρβλ. Ρητορ. πρ. Ἀλ. 23, 5, Ποιητ. 20, 6· πρβλ. ἀσύνδετος ΙΙ. ΙΙ. = σύνδεσις Ι, Πλάτ. Ἐπιν. 984C· συνδέσμῳ ἓν Ἀριστ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 2. 10. 1, Μετὰ τὰ Φυσ. 7. 6, 2. ΙΙΙ. ἕνωσις· τὸ ὁμοῦ συνδεδεμένον, δέμα, δεμάτιον, Ἡρῳδιαν. 4. 12. IV. ὡς ἀστρονομικὸς ὅρος (1) = τῷ Λατ. nodus, Γεμῖνος ἐν Εἰσαγωγῇ εἰς τὰ Φαινόμενα 69A. (2) = συναφή, Κλεομήδης 2, 5, σελ. 138 Bake.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
plur. irrég. σύνδεσμα, ων (τά) :
I. lien ; fig. lien d’amitié, de concorde, etc.
II. particul. :
1 liens du corps, assemblage ou consistance des parties du corps;
2 t. de gramm. particule, d’ord. conjonction, qqf préposition.
Étymologie: συνδέω.

English (Strong)

from σύν and δεσμόν; a joint tie, i.e. ligament, (figuratively) uniting principle, control: band, bond.

English (Thayer)

συνδεσμου, ὁ (συνδέω);
1. that which binds together, a band, bond: of the ligaments by which the members of the human body are united together (Euripides, Hipp. 199; Tim. Locr., p. 100b. (i. e., 3,3, p. 386, Bekker edition); Aristotle, h. a. 10,7, 3, p. 638b, 9; Galen), Lightfoot); tropically: τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης, i. e. τῇ εἰρήνη ὡς συνδέσμῳ, σύνδεσμος εὐνοίας καί φιλίας, Plutarch, Numbers 6); ἥτις ἐστι σύνδεσμος τῆς τελειότητος, that in which all the virtues are so bound together that perfection is the result, and not one of them is lacking to that perfection, Lightfoot at the passage). εἰς σύνδεσμον ἀδικίας ὁρῶ σε ὄντα, I see that you have fallen into (cf. εἰμί, V:2a., p. 179a, and see below) the bond of iniquity, i. e. forged by iniquity to fetter souls, σύνδεσμον ἀδικίας occurs in another sense in a bundle: properly, σύνδεσμος ἐπιστολῶν, Herodian, 4,12, 11 (6, Bekker edition); hence, some interpreters think that by σύνδεσμον ἀδικίας, in a bundle of iniquity, compacted as it were of iniquity (just as Cicero, in Pison. 9,21calls a certain man animal ex omnium scelerum importunitate ... concretum); but besides the circumstance that this interpretation is extremely bold, no examples can be adduced of this tropical use of the noun.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ, και ετερόκλιτος τ. πληθ. σύνδεσμα, τὰ, Α συνδέω
1. το μέσο με το οποίο συνδέονται μεταξύ τους δύο ή περισσότερα πράγματα
2. μτφ. συνδετικός κρίκος, συνεκτικός δεσμός (α. «σύνδεσμος φιλίας» β.«νόμος ὁ βοηθῶν... τῷ τῆς πόλεως ξυνδέσμῳ» Πλάτ.)
3. στον πληθ. οι σύνδεσμοι
α) γραμμ. άκλιτες λέξεις οι οποίες συνδέουν προτάσεις ή όρους προτάσεων καταφατικώς, αντιφατικώς ή διαζευκτικώς
β) ανατ. ταινίες ισχυρού ινώδους συνδετικού ιστού που στηρίζουν εσωτερικά όργανα ή συγκρατούν τα οστά τών αρθρώσεων σε λειτουργικά σωστή θέση («οἱ σύνδεσμοι τῆς ὀσφύος αὐτοῡ διελύοντο», ΠΔ)
νεοελλ.
1. συνασπισμός, ένωση ατόμων με κοινούς σκοπούς, σωματείο
2. στρ. επαφή ή επικοινωνία που γίνεται μεταξύ τμημάτων τών ενόπλων δυνάμεων για την εξασφάλιση αμοιβαίας κατανόησης και ταυτότητας σκοπού και ενεργειών
3. μτφ. α) κομιστής εντολών ή μηνυμάτων
β) άτομο που εξασφαλίζει την επαφή ανάμεσα σε παράνομες πολιτικές οργανώσεις
γ) πολιτικός πράκτορας ενός κράτους που δρα σε ξένη χώρα
4. ζωολ. ελαστικό όργανο που συνδέει τις δύο θυρίδες του οστράκου τών ελασματοβραγχίων μαλακίων
5. (μηχανολ.) συσκευή με την οποία συζευγνύονται μεταξύ τους δύο όργανα μιας μηχανής έτσι ώστε η περιστροφή του ενός να επάγεται την περιστροφή του άλλου
6. αστρον. ο δεσμός ενός ουράνιου σώματος, πλανήτη ή δορυφόρου, δηλαδή καθένα από τα δύο σημεία στα οποία τέμνει την εκλειπτική τροχιά του πλανήτη ή του δορυφόρου
7. φρ. α) «εύκαμπτος σύνδεσμος»
τεχνολ. εξάρτημα μέσω του οποίου κατορθώνεται η σύνδεση δύο περιστρεφόμενων αξόνων κατά την διεύθυνση της μεγαλύτερης διάστασής τους, δηλαδή του μήκους τους
β) «άκαμπτος σύνδεσμος»
(μηχανολ.) σύνδεσμος που αποτελείται από δύο δίσκους, κν. φλάντζες, διαμορφωμένους κατά τη χύτευση τών ατράκτων ή σφηνωμένους επ' αυτών, που συνδέονται με καταπονούμενα σε διάτμηση βλήτρα συναρμογής
γ) «ημιελαστικός σύνδεσμος»
(μηχανολ.) σύνδεσμος που αποτελείται από δύο δίσκους, του οποίου τα στερεωμένα επί του κινητήριου δίσκου βλήτρα ή όνυχες εισέρχονται σε δακτυλίους καουτσούκ σφηνωμένους στο εσωτερικό φατνίων του κινουμένου, στον οποίο έτσι μεταδίδουν την κίνηση
δ) «ελαστικός σύνδεσμος»
(μηχανολ.) σύνδεσμος του οποίου και οι δύο δίσκοι φέρουν όνυχες διευθετημένους εναλλάξ επί του αυτού καθέτου προς την άτρακτο επιπέδου και συνδεδεμένους μεταξύ τους μέσω ελαστικής στεφάνης
ε) «αρθρωτοί σύνδεσμοι»
(μηχανολ.) σύνδεσμοι που χρησιμοποιούνται για τη σύζευξη παράλληλων αλλά μη συνευθειακών ατράκτων ή ατράκτων τεμνόμενων αξόνων (α. «σύνδεσμος Όλντχαμ» β. «καρδάνειος σύνδεσμος»)
στ) «υδραυλικός σύνδεσμος»
(μηχανολ.) σύνδεσμος που χρησιμοποιείται ευρύτατα στη βιομηχανία για τη μετάδοση κινήσεως σε μηχανές μεγάλης αδράνειας που υπόκεινται σε ισχυρές στιγμιαίες μεταβολές φορτίου ή μπορεί να ακινητοποιηθούν λόγω τυχαίων υπερφορτίσεων και στον οποίο η μετάδοση της κίνησης εξασφαλίζεται μέσω ειδικού ελαίου που περιέχεται σε στεγανό περίβλημα στο εσωτερικό του οποίου εισδύουν οι δύο άτρακτοι
νεοελλ.-μσν.
(βυζ. μουσ.) σύμβολο της βυζαντινής παρασημαντικής που συνδέει χαρακτήρες ποσότητας οι οποίοι ακολουθούνται από ίσον ή συνεχή κατιούσα ή ανιούσα διαδοχή, αλλ. έτερον
μσν.-αρχ.
(φιλοσ.) η σχέση του ανθρώπου με το σύμπαν στο οποίο ζει και κινείται
αρχ.
1. το μέσο με το οποίο συνδέονται ή συγκρατούνται δύο ομάδες («τὸ πολὺ μὲν τῆς αὐτοῡ φύσεως, τὰ δὲ σμικρότερα ξυνδέσμου χάριν ἐκ τῶν ἄλλων γενῶν», Πλάτ.)
2. δέμα, δεμάτι
3. συνωμοσία
4. ομοφυλοφιλία
5. (για ρευστό μίγμα) πήξιμο
6. αστρον. α) η συναφή
β) ως κύριο όν. Σύνδεσμος
ο αστερισμός τών Ιχθύων
7. αστρολ. (για τα ουράνια σώματα) σύνοδος.

Greek Monotonic

σύνδεσμος: ὁ, ετερογ. πληθ. σύνδεσμα,
1. μέσο σύνδεσης ή συνένωσης, αρμός, δεσμός, δεσμά, σύσφιξη, σε Ευρ., Θουκ.· μεταφ., οι καλοί άνδρες καλούνταν ὁ ξύνδεσμος τῆς πόλεως, ο δεσμός που συνέχει την πολιτεία, ο συνεκτικός της δεσμός, ο δεσμός που εξασφαλίζει τη συνοχή της, σε Πλάτ.
2. στη Γραμματική, σύνδεσμος, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

σύνδεσμος: ὁ (Eur. pl. τὰ σύνδεσμα)
1) связь, соединение, скрепа (ἁφαὶ καὶ σύνδεσμοι NT): ἁμμάτων σύνδεσμα Eur. скрепляющие узлы, завязки;
2) единство (τῆς πόλεως Plat.; τῆς τελειότητος NT);
3) узы, путы (ἀδικίας NT);
4) лог. связность, согласованность: ὁ λόγος εἷς οὐ συνδέσμῳ, ἀλλὰ τῷ ἑνὸς εἶναι Arst. речь, единая не в силу (внешней) связности, а в силу единства темы;
5) узел волос, прическа: ξύνδεσμα χρυσὸς εἶχε Eur. золотая диадема охватывала прическу;
6) анат. связка, сухожилие (μελέων σύνδεσμα Eur.);
7) грам. союз Arst., Diog. L.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σύνδεσμος -ου, ὁ, Att. ook ξύνδεσμος [συνδέω] heterocl. plur. n. σύνδεσμα Eur. verbinding, band:; μελέων σύνδεσμα de verbindingen van mijn ledematen (d.w.z. pezen of gewrichtsbanden) Eur. Hipp. 199; overdr..; ὁ σ. τῆς πόλεως de band die de stad bijeenhoudt Plat. Resp. 520a; gramm. ‘voegwoord’, verbindingswoord (omvat meer dan onze gramm. categorie ‘voegwoord’). samenhang. Plat. Epin. 984c.

Middle Liddell

σύν-δεσμος, ὁ,
1. heterog. pl. σύνδεσμα, a bond of union, bond, fastening, Eur., Thuc.: metaph., good men are called ὁ ξ. τῆς πόλεως the bond that keeps the state together, Plat.
2. in Grammar, a conjunction, Arist.

Chinese

原文音譯:sÚndesmoj 尋-得士摩士
詞類次數:名詞(4)
原文字根:共同-捆綁 相當於: (קֶשֶׁר‎)
字義溯源:聯絡,腳鐐捆綁,捆綁,繩索,筋絡,縛在一起;由(σύν / συνεπίσκοπος)*=同)與(δεσμός)=鎖鏈)組成,而 (δεσμός)出自(δέω)*=捆綁)
出現次數:總共(4);徒(1);弗(1);西(2)
譯字彙編
1) 聯絡(1) 西3:14;
2) 筋絡(1) 西2:19;
3) 繩索(1) 弗4:3;
4) 綑綁(1) 徒8:23