Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύνδεσμος

Revision as of 09:42, 5 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (6_14)
Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: σύνδεσμος Medium diacritics: σύνδεσμος Low diacritics: σύνδεσμος Capitals: ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ
Transliteration A: sýndesmos Transliteration B: syndesmos Transliteration C: syndesmos Beta Code: su/ndesmos

English (LSJ)

ὁ, heterocl. pl.

   A σύνδεσμα E. (v. infr.):—that which binds together, bond of union, fastening, ξ. ἦν . . τὰ ξύλα, τοῦ μὴ ἀσθενὲς εἶναι τὸ οἰκοδόμημα Th.2.75; ἀραρότως σύνδεσμα χρυσὸς εἶχε the golden headband kept its bonds firmly fixed, E.Med.1193; ἁμμάτων σύνδεσμα fastenings of garments, Id.Ba.697; οἱ περὶ [τὸ θύρωμα] σ. Aristeas 85; μελέων σύνδεσμα, of sinews or ligaments, E.Hipp.199 (anap.), cf. Ti.Locr.100b, Arist.PA652a16, IA712a2, Ep.Col.2.19, Sor.2.57, Gal.18(1).734.    2 metaph., bond of union; ὁ σ. τῆς πόλεως the bond that keeps the state together, of good citizens, Pl.R. 520a, cf.Plt.310a; νόμος ὁ βοηθῶν . . τῷ τῆς πόλεως συνδέσμῳ Id.Lg. 921c; σ. τοῦ οὐρανοῦ Id.R.616c; σ. τὰ τέκνα δοκεῖ εἶναι Arist.EN 1162a27; τὴν ἀγάπην, ὅ ἐστι σ. τῆς τελειότητος Ep.Col.3.14.    3 Gramm., conjunction, Arist.Rh.1407a20; σ. ἓν ποιεῖ τὰ πολλά ib. 1413b32, cf. Rh.Al.1434b13, Po.1456b38, Chrysipp.Stoic.2.45, D.T. 634.6, A.D.Conj. passim, Hermog.Id.2.7.    II = σύνδεσις 1, Pl. Epin.984c; συνδέσμῳ ἕν Arist.APo.93b36, Metaph.1045a13, cf. Int. 17a9.    III that which is bound together, bundle, ἐπιστολῶν Hdn. 4.12.6.    IV conspiracy, LXX 4 Ki.11.14, al.    V sodomy, ib. 3 Ki.14.24.    VI Astron., node, Eudox.Ars 18.13, Theo Sm. p.194 H., Cleom.2.5, Ptol.Alm.6.5.    2 Σ. the Knot, i.e. the star a Piscium, Hipparch.1.11.20, Gem.3.7, Id.Calend.10, Ptol.Alm.8.1.    3 Astrol., connexion of heavenly bodies, Vett.Val.163.13, al.; of the moon, Paul.Al.S.3.

German (Pape)

[Seite 1006] ὁ, die Verbindung, das Band; Eur., nur im heterogenen plur. σύνδεσμα, z. B. ἁμμάτων σύνδεσμ' ἐλέλυτο Bacch. 696, λέλυμαι μελέων σύνδεσμα Hipp. 199; die Häuser, der Holzverband, Thuc. 2, 75; Plat. Polit. 310 a Rep. VII, 520 a u. öfter; Folgde; das Pack, ἐπιστολῶν, Hdn. 4, 12. – Bei Arist. die Partikel; u. im engern Sinne die Conjunction, Gramm.

Greek (Liddell-Scott)

σύνδεσμος: ὁ, ἑτερογεν. πληθ. σύνδεσμα Εὐρ. ἔνθα κατωτ.· ― ὁ ὁμοῦ συνδέων, μέσον συνδέσεως ἢ ἑνώσεως, δεσμός, σύσφιγξις, σ. ἦν... τὰ ξύλα, τοῦ μὴ ἀσθενὲς εἶναι τὸ οἰκοδόμημα Θουκ. 2. 75· ἀραρότως ξύνδεσμα χρυσὸς εἶχε, τὸ χρυσοῦν διάδημα ἦτο στερεῶς προσηλωμένον, Εὐρ. Μήδ. 1193· ἁμμάτων σύνδεσμα, τῶν ἐνδυμάτων σύνδεσμοι, κόμβοι, κομβώματα, ὁ αὐτ. ἐν Βάκχ. 697· μελέων σύνδεσμα, οἱ τένοντες, δι’ ὧν τὰ ἄρθρα ἢ μέλη συνδέονται πρὸς ἄλληλα, ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 199, πρβλ. Τίμ. Λοκρ. 100Β, Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 2. 6, 7, π. Ζ. Πορείας 13. 1· ἴδε Foës. Oecon. Hipp. 2) μεταφορ., δεσμὸς ἑνώσεως· οἱ ἀγαθοὶ ἄνδρες καλοῦνται ὁ ξ. τῆς πόλεως, ὁ δεσμὸς ὁ φυλάττων τὴν πόλιν ἡνωμένην, Πλάτ. Πολ. 520Α, πρβλ. Πολιτικ. 310Α· οὕτω, νόμος ὁ βοηθῶν... τῷ τῆς πόλεως συνδέσμῳ ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 921C· ξ. τοῦ οὐρανοῦ ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 616C· σ. τὰ τέκνα δοκεῖ εἶναι Ἀριστ. Ἠθ. Νικ. 8, 12, 7. 3) ἐν τῇ γραμματικῇ, μόριον χρησιμεῦον εἰς σύνδεσιν λέξεων πρὸς ἀλλήλας, ὁ αὐτ. ἐν Ρητ. 3. 5, 2· σ. ἓν ποιεῖ τὰ πολλὰ αὐτόθι 3. 12, 4, πρβλ. Ρητορ. πρ. Ἀλ. 23, 5, Ποιητ. 20, 6· πρβλ. ἀσύνδετος ΙΙ. ΙΙ. = σύνδεσις Ι, Πλάτ. Ἐπιν. 984C· συνδέσμῳ ἓν Ἀριστ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 2. 10. 1, Μετὰ τὰ Φυσ. 7. 6, 2. ΙΙΙ. ἕνωσις· τὸ ὁμοῦ συνδεδεμένον, δέμα, δεμάτιον, Ἡρῳδιαν. 4. 12. IV. ὡς ἀστρονομικὸς ὅρος (1) = τῷ Λατ. nodus, Γεμῖνος ἐν Εἰσαγωγῇ εἰς τὰ Φαινόμενα 69A. (2) = συναφή, Κλεομήδης 2, 5, σελ. 138 Bake.