Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταιριαστός

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

και ταιριαχτός, -ή, -ό, Ν ταιριάζω
αυτός που ταιριάζει με κάποιον ή με κάτι, ευάρμοστος, καλά συνδυασμένος (α. «ταιριαστό ανδρόγυνο» β. «ταιριαστά ρούχα»).
επίρρ...
ταιριαστά Ν
κατά τρόπο ταιριαστό, όπως πρέπει.