Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τεντώνω

Revision as of 12:57, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (41)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

Ν τέντα
1. τείνω, διατείνω, τανύωτεντώνω το σχοινί»)
2. εκτείνω κάτι απλώνω, τσιτώνωτεντώνω το πανί»)
3. (σχετικά με πόρτα ή παράθυρο) ανοίγω διάπλατα
4. (αμτβ.) (στον Ερωτόκρ.) κατασκηνώνω («τεντώνει απόξω στα τειχιά, τη χώρα φοβερίζει»)
5. μέσ. τεντώνομαι
α) τανιέμαι, ανακλαδίζομαι («τεντώθηκε στο κρεβάτι»)
β) μτφ. επιδεικνύω μεγάλη αυταρέσκεια, κορδώνομαι, καμαρώνω («τεντώνεται σαν κόκορας»)
6. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) τεντωμένος, -η, -ο
(κυρίως στη φρ.) «έχει τεντωμένα νεύρα» — είναι πολύ οργισμένος ή πολύ ευερέθιστος
7. φρ. α) «μην τεντώνεις το σχοινί» — μην ωθείς τα πράγματα στα άκρα
β) «τά τέντωσε»
μτφ. πέθανε
γ) «τεντώνω τ' αφτιά μου» — ακούω με τεταμένη προσοχή.