Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


Revision as of 20:00, 7 July 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)<b class="b3">(\w+)<\/b>" to "$1")
Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: τηβεννοφόρος Medium diacritics: τηβεννοφόρος Low diacritics: τηβεννοφόρος Capitals: ΤΗΒΕΝΝΟΦΟΡΟΣ
Transliteration A: tēbennophóros Transliteration B: tēbennophoros Transliteration C: tivennoforos Beta Code: thbenno/foros

English (LSJ)

(parox.) (also τηβεννηφόρος), ον,

   A wearing the τήβεννα, ib.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1104] die τήβεννα tragend, bes. togatus, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

τηβεννοφόρος: -ον, ὁ φορῶν τήβενναν, Γλωσσ.· τηβεννο-φορέω, Νικήτ. Χρον. 300Β.

Greek Monolingual

-α, -ο / τηβεννοφόρος, -ον, ΝΜΑ, και τηβεννηφόρος, -ον, Α
αυτός που φορεί τήβεννο, ντυμένος με τήβεννο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τήβεννος + -φόρος (< φέρω). Ο τ. τηβεννηφόρος για μετρικούς λόγους].