Open main menu

LSJ β

τομάρι

Greek Monolingual

το / τομάριον, ΝΜΑ
νεοελλ.
1. ειρων. το ανθρώπινο σώμα («μόνο για το τομάρι του νοιάζεται»)
2. μτφ. (για πρόσ.) παλιάνθρωπος
3. φρ. α) «πουλάω ακριβά το τομάρι μου» — υπερασπίζομαι σθεναρά τη ζωή μου
β) «φυλάει το τομάρι του»
(με κακή σημ.) προσέχει πολύ τον εαυτό του, δεν εκθέτει σε κίνδυνο τη ζωή του
γ) «τον τρώει το τομάρι του» — πρέπει να φάει ξύλο
δ) «του άργασαν το τομάρι» — τον έδειραν πολύ
νεοελλ.-μσν.
δέρμα, πετσί
μσν.-αρχ.
μικρός τόμος, μικρό βιβλίο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τόμος + υποκορ. κατάλ. -άριον (πρβλ. βιβλι-άριον)].