Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τραγαλίζω

Revision as of 04:44, 1 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (4b)
Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός -> Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: τρᾰγᾰλίζω Medium diacritics: τραγαλίζω Low diacritics: τραγαλίζω Capitals: ΤΡΑΓΑΛΙΖΩ
Transliteration A: tragalízō Transliteration B: tragalizō Transliteration C: tragalizo Beta Code: tragali/zw

English (LSJ)

   A = τρώγω, Ar.V.674.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1132] = λαγαρίζομαι, mit diesem verbunden, Ar. Vesp. 674.

Greek (Liddell-Scott)

τρᾰγᾰλίζω: τραγημάτων ἐμφοροῦμαι, τρώγω τραγήματα, Ἀριστοφάν. Σφ. 674· - πρβλ. τὸ τῆς καθωμιλημένης στραγάλια ἀντὶ τρωγάλια, καὶ ἴδε σημ. Κοραῆ εἰς Ἡλιόδ. τ, 2, σ. 87 κἑξ.· - ἐντεῦθεν τραγαλισμός, ὁ, Θεογνώστ. Καν. 5.

Greek Monolingual

Α
τρώω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός ενεστ. σχηματισμένος < θ. τραγ- του τρώγω (πρβλ. απρμφ. αορ. τραγεῖν) με υγρό ένθημα -αλ- (πρβλ. τρωγ-άλ-ιον)].

Russian (Dvoretsky)

τρᾰγᾰλίζω: пожирать Arph.