Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τρεμούλα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η, Ν
1. τρεμουλιαστή κίνηση, τρεμούλιασμα
2. ρίγος από κρύο, ανατριχίλα
3. μεγάλος φόβος, τρόμοςμόλις σκοτεινιάσει, τήν πιάνει τρεμούλα»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < τρέμω + κατάλ. -ούλα (πρβλ. ραχ-ούλα)].