Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τσίρκο

Revision as of 12:58, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (42)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

το, Ν
1. θέαμα του οποίου το πρόγραμμα περιλαμβάνει επιδείξεις ταχυδακτυλουργίας και γυμναστικής, ακροβασίες, ασκήσεις γυμνασμένων ζώων, κωμικά νούμερα κ.ά.
2. στεγασμένος χώρος που έχει στο κέντρο του κυκλική κονίστρα περιβαλλόμενη από κερκίδες τοποθετημένες αμφιθεατρικά γύρω της, όπου δίνονται οι παραστάσεις με το παραπάνω πρόγραμμα, καθώς και όλες οι λοιπές αναγκαίες εγκαταστάσεις
3. ο θίασος που πραγματοποιεί τις παραπάνω παραστάσεις
4. μτφ. ευτελές και αξιοθρήνητο θέαμα («καταντήσαμε αληθινό τσίρκο»)·
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. circo < λατ. circus «κύκλος»].