Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "τύκος"

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
(6)
(4b)
Line 24: Line 24:
 
{{lsm
 
{{lsm
 
|lsmtext='''τύκος:''' [ῠ], ὁ ([[τεύχω]]),·<br /><b class="num">I.</b> [[εργαλείο]] για την [[κατεργασία]] λίθων, οικοδομικό [[εργαλείο]], [[σφυρί]] ή [[σκαπάνη]] λατόμων, σε Ευρ.<br /><b class="num">II.</b> [[πολεμικός]] [[πέλεκυς]], σε Ηρόδ.
 
|lsmtext='''τύκος:''' [ῠ], ὁ ([[τεύχω]]),·<br /><b class="num">I.</b> [[εργαλείο]] για την [[κατεργασία]] λίθων, οικοδομικό [[εργαλείο]], [[σφυρί]] ή [[σκαπάνη]] λατόμων, σε Ευρ.<br /><b class="num">II.</b> [[πολεμικός]] [[πέλεκυς]], σε Ηρόδ.
 +
}}
 +
{{elru
 +
|elrutext='''τύκος:''' (ῠ) ὁ [[τεύχω]]<br /><b class="num">1)</b> каменотесный молот или топор Eur.;<br /><b class="num">2)</b> боевой топор, секира Her.
 
}}
 
}}

Revision as of 07:04, 31 December 2018

Full diacritics: τύκος Medium diacritics: τύκος Low diacritics: τύκος Capitals: ΤΥΚΟΣ
Transliteration A: týkos Transliteration B: tykos Transliteration C: tykos Beta Code: tu/kos

English (LSJ)

[ῠ], ὁ, (τεύχω)

   A instrument for working stone, mason's hammer or pick, βάθρα . . κανόνι καὶ τύκοις ἡρμοσμένα E.HF945, cf. Poll.7.118: also τύχος, ὁ, IG11(2).161A87, 199A87 (Delos, iii B. C.), Supp.Epigr.2.569.27 (Didyma, ii B. C.); τύχοι· λιθοξοϊκὰ ἐργαλεῖα, Hsch., cf. Paus. Gr.Fr.62 (τοιχοι Poll.10.147 codd.); = ὄρυξ, Theognost.Can. 4.    2 τύχους καὶ τοὺς σφῆνας καλοῦσιν Hsch. s.v. τύχων πυλῶν: cf. eund. s.v. τύφοι.    II from the like ness of shape, battle-axe, poleaxe, Hdt.7.89 (τύκους codd.CP; τύχους rell.).

German (Pape)

[Seite 1160] ὁ, auch τύχος, das Werkzeug, mit dem der Steinmetz die Steine behau't, Hammer, Keil, Schlägel, Meißel, Steinaxt; Eur. Herc. Fur. 945; οἰκοδόμου σκεῦος, Poll. 10, 147; Hesych. erkl. es durch σφήν, Keil. – Auch Streitaxt, Her. 7, 89.

Greek (Liddell-Scott)

τύκος: [ῠ], ὁ, (√ΤΥΚ, τεύχω) ἐργαλεῖον πρὸς κατεργασίαν λίθων, οἰκοδομικὸν ἐργαλεῖον, λιθοξοϊκὸν σιδήριον, καὶ σφῦρα λατόμων, βάθρα... κανόνι καὶ τύκοις ἡρμοσμένα Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 945, πρβλ. Πολυδ. Ι΄, 147, καὶ ἴδε τύκισμα. ΙΙ. ὡς ἐκ τῆς ὁμοιότητος ἢ τοῦ σχήματος, πέλεκυς χρήσιμος ἐν μάχῃ, πολεμικὸς πέλεκυς, Ἡρόδ. 7. 89.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 pic de tailleur de pierres;
2 hache d’armes.
Étymologie: τεύχω.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ, και ποιητ. τ. τύχος Α
το σιδερένιο σφυρί τών λατόμων και τών λιθοξόων («τύκον, τὴν τῶν λατόμων σφῡραν», Πολυδ.)
αρχ.
1. είδος πολεμικού πελέκεως
2. (στον τ. τύχος) (κατά τον Ησύχ.) α) «πύλη»
β) «σφήν».
[ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος ο οποίος ανάγεται στη μηδενισμένη βαθμίδα της ΙΕ ρίζας (s)teuk- «χτυπώ, σπρώχνω, ωθώ» και μπορεί να συνδεθεί με: αρχ. σλαβ. tŭknọtĭ, ρωσ. tknutĭ «χτυπώ, προσκρούω, σπρώχνω», istukati «κόβω, χύνω μέταλλο», tykatĭ «χτυπώ, τρυπώ», τα οποία, ωστόσο, έχουν γενικότερες σημ. σε σχέση με την σημ. του τύκος. Ο παρλλ. τ. τύχος εμφανίζει δασύ σύμφωνο -χ- κατ' επίδραση του ρ. τεύχω «κατασκευάζω»].

Greek Monotonic

τύκος: [ῠ], ὁ (τεύχω),·
I. εργαλείο για την κατεργασία λίθων, οικοδομικό εργαλείο, σφυρί ή σκαπάνη λατόμων, σε Ευρ.
II. πολεμικός πέλεκυς, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

τύκος: (ῠ) ὁ τεύχω
1) каменотесный молот или топор Eur.;
2) боевой топор, секира Her.