Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπερασπίζω

Revision as of 12:50, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (43)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ὑπερασπίζω, Ν ΜΑ, και λόγιος τ. υπερασπίζομαι Ν
προστατεύω κάποιον ή κάτι, είμαι υπέρμαχος κάποιου (α. «υπερασπίζουμε τα εθνικά μας συμφέροντα» β. «ἀποστολικῶν δόξας ὑπερασπίζειν δογμάτων», Θεοδώρ.)
νεοελλ.
(νομ.) ενεργώ ως συνήγορος, συνηγορώ υπέρ κάποιου («τον υπερασπίζει ικανός δικηγόρος»)
αρχ.
1. προστατεύω, καλύπτω κάποιον με την ασπίδα μου
2. υψώνω προστατευτικά κάτι πάνω από κάποιον («θεὸς ὑπερασπιεῑ τὴν χεῑρα αὐτοῡ», Ιωάνν. Χρυσ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ- + ἀσπίζω «προστατεύω»].