Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υποθέτω

Revision as of 12:52, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (43)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

Ν
1. θέτω νοερά κάτι ως δεδομένο ιδίως για εξαγωγή συμπεράσματος ή για εξήγηση απορίας (α. «ο γιατρός υποθέτει ότι ο πυρετός οφείλεται σε στομαχική διαταραχή» β. «δεν μάς έγραψες τόσον καιρό και υποθέσαμε ότι είσαι θυμωμένος»)
2. (γενικά) νομίζω, εικάζω, πιστεύω, θεωρώ ή εκλαμβάνω κάτι ως πιθανό (α. «υποθέτω ότι δεν θα λησμονήσουν αμέσως τις προεκλογικές εξαγγελίες τους» β. «πρόκειται για τον υποτιθέμενο δράστη της ληστείας»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ὑποτίθημι (πρβλ. καταθέτω: κατατίθημι)].