Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υφίσταμαι

Revision as of 12:46, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (44)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ὑφίσταμαι, ΝΜΑ, και ενεργ
ὑφίστημι ΜΑ, και ιων. τ. ὑπίστημι Α ἵστημι/ ἵσταμαι]
1. (στη νεοελλ. μόνον ως μεσοπαθ.) υφίσταμαι
α) υποβάλλομαι σε κάτι, δέχομαι μια, συνήθως βλαπτική, ενέργεια, υποφέρω (α. «υφίσταται τις συνέπειες της κακής συμπεριφοράς του» β. «καὶ πόσην ὁ τρισάθλιος ὑπέστην τὴν ζημίαν», Πρόδρ.
γ. «πόλις δὲ σὴ μόνη δύναιτ' ἂν τόνδ' ὑποστῆναι πόνον», Ευρ.)
β) έχω πραγματική υπόσταση, υπάρχω (α. «υφίστανται ακόμη οι λόγοι που επιβάλλουν την κράτησή του» β. «ἐκ τοῡ μηδ' ὄντος μηδ' ὑφεστῶτος», Πλούτ.)
νεοελλ.
1. μέσ. συνεκδ. ισχύω («δεν υφίστανται πια τα μέτρα απαγόρευσης της κυκλοφορίας»)
2. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) βλ. υφιστάμενος
3. φρ. α) «υφίσταμαι τα πάνδεινα» — βασανίζομαι υπερβολικά
β) «υφίσταμαι τα επίχειρα της κακίας μου» — τιμωρούμαι δίκαια για την κακία που έδειξα ή για τις κακίες που έκανα
μσν.-αρχ.
(αμτβ.) θεολ. (για την Αγία Τριάδα) υπάρχω ως αδιάσπαστη ολότητα
αρχ.
1. τοποθετώ κάτι από κάτω κυρίως ως υποστήριγμα οικοδομήματος («χρυσέας ὑποστάσαντες εὐτυχεῑ προθύρῳ θαλάμου κίονας», Πίνδ.)
2. τοποθετώ κάποιον κρυφά ή τον τοποθετώ ως ενέδρα
3. διορίζω («ὑποστήσας Ἡριππίδας ταξιάρχους καὶ λοχαγοὺς ἀφείλετο ἅπαντα τον τε Σπιθριδάτην», Ξεν.)
4. θέτω κάτι απέναντι σε κάποιον, αντιπαρατάσσω («ὑπέστησε τὴν ἑαυτοῡ ναῡν ἀντίπρῳρον τοῑς πολεμίοις», Πολ.)
5. σταματώ ή παρεμποδίζω («ὑποστήσαντες [ενν. τοὺς στρατιώτας] ἐν τῷ στενῷ οἱ στρατηγοί», Ξεν.)
6. α) προσδίδω ύπαρξη σε κάτι
β) μεταχειρίζομαι κάτι ως όντως υπαρκτό («ὁ νοῡς κατὰ τὸ νοεῑν ὑφιστάς τὸ ὄν», Πλωτ.)
7. (ενεργ. και μέσ.) καθιερώνω, θεσπίζω («ὁ θεὸς... φῶς δεύτερον κατὰ πάντα ἑαυτῷ ἀφωμοιωμένον ὑπεστήσατο», Ευσ.)
8. μτφ. υποβάλλω («μὴ γνώμας ὑποστήσας σοφάς», Σοφ.)
9. (μέσ. μτβ.) α) αντιτάσσω κάτι εναντίον κάποιου («ὑπεστήσατο τον τρόπον τῇ τοῡ Πέρσου ἀλαζονείᾳ», Ξεν.)
β) θέτω ως προϋπόθεση, αρχή ή βάσηἐπειδὰν τὰς ἀρχὰς ἀπιθάνους καὶ ψευδεῑς ὑποστήσωνται», Πολ.)
γ) θέτω κάτι ως παράδειγμα για μίμηση
δ) (με απρμφ.) υποθέτω, θεωρώ ή νομίζω ότι... («τοὺς θεοὺς ὑφίστανται τὸν κόσμον διοικεῑν», Διόδ.)
ε) τοποθετώ κάτι στη θέση άλλου, αντικαθιστώ
10. παθ. α) (για υγρό) κατακάθομαι («ὑφισταμένη ἐν τοῑς ἀγγείοις ἁλμυρίς», Αριστοτ.)
β) (για τον ήλιο) δύω
γ) (γενικά) ανθίσταμαι, αντιτάσσομαι («ὑποστῆναι αὐτοὶ Ἀθηναῑοι τολμήσαντες ἐνίκησαν αὐτούς», Ξεν.)
δ) (ειδικότερα) μένω στη θέση μου και αντιμετωπίζω τον εχθρό
ε) (με απρμφ.) αναλαμβάνω ή υπόσχομαι να πράξω κάτι
στ) υποτάσσομαι σε κάποιον
ζ) συγκατατίθεμαι, συναινώ
η) υπομένω κάτι αγόγγυστα
θ) αναλαμβάνω ένα αξίωμα ακουσίως ή αναγκαστικά
ι) διαδέχομαι κάτιἴσως δὴ γελοῑον τὸ ἐμὲ τοῡ λόγου διάδοχον παντελῶς ὑποστάντα διὰ τὸ μὴ δύνασθαι τὸ νῡν ἐρωτηθέν ἀποκρίνασθαι», Πλάτ.)
ια) (για τα έντερα) παθαίνω απόφραξη
ιβ) (για ακούσια αισθήματα) εγείρομαι ενδόμυχα
ιγ) κάνω προσφορά σε δημόσιο πλειστηριασμό
11. (η μτχ. ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ὑφεστῶτα
έργα που είναι σε εξέλιξη.