Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "φήληξ"

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
(1b)
m
 
Line 8: Line 8:
 
|Transliteration C=filiks
 
|Transliteration C=filiks
 
|Beta Code=fh/lhc
 
|Beta Code=fh/lhc
|Definition=ηκος, ὁ, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">a wild fig</b> (perh. from <b class="b3">φῆλος</b>, <b class="b2">deceitful</b>, because it seems ripe when it is not really so), <span class="bibl">Ar.<span class="title">Pax</span>1165</span> (cf. <span class="bibl">S.<span class="title">Fr.</span>731</span>).</span>
+
|Definition=ηκος, ὁ, <span class="sense"><p>&nbsp;&nbsp;&nbsp;<span class="bld">A</span> <b class="b2">a wild fig</b> (perh. from [[φηλός]], <b class="b2">deceitful</b>, because it seems ripe when it is not really so), <span class="bibl">Ar.<span class="title">Pax</span>1165</span> (cf. <span class="bibl">S.<span class="title">Fr.</span>731</span>).</span>
 
}}
 
}}
 
{{pape
 
{{pape
Line 14: Line 14:
 
}}
 
}}
 
{{ls
 
{{ls
|lstext='''φήληξ''': ηκος, ὁ, = [[ὄλυνθος]], ἄγριον [[σῦκον]] (πιθανῶς ἐκ τοῦ φηλός, [[ἀπατηλός]], [[ἐπειδὴ]] φαίνεται ὥριμον ἐν ᾧ πράγματι δὲν [[εἶναι]]), Ἀριστοφ. Εἰρ. 1165, πρβλ. Σχόλ. ἐν τόπῳ καὶ Σοφ. Ἀποσπ. 792. ― Καθ’ Ἡσύχ., «[[φήληξ]]· [[ὄλυνθος]], τὸ μὴ πεπεμμένον [[σῦκον]]»· [[ἐντεῦθεν]] φηληκίζω, = [[φηλόω]], Ἐτυμολ. Μέγ. 160, 41· ― φηληκόθρεπτος, ον, = [[ἐριναστός]], «φηληκόθρεπτον· ἀπὸ ὀλύνθων τῆς συκῆς τεθραμμένον» Ἡσύχ.
+
|lstext='''φήληξ''': ηκος, ὁ, = [[ὄλυνθος]], ἄγριον [[σῦκον]] (πιθανῶς ἐκ τοῦ [[φηλός]], [[ἀπατηλός]], [[ἐπειδὴ]] φαίνεται ὥριμον ἐν ᾧ πράγματι δὲν [[εἶναι]]), Ἀριστοφ. Εἰρ. 1165, πρβλ. Σχόλ. ἐν τόπῳ καὶ Σοφ. Ἀποσπ. 792. ― Καθ’ Ἡσύχ., «[[φήληξ]]· [[ὄλυνθος]], τὸ μὴ πεπεμμένον [[σῦκον]]»· [[ἐντεῦθεν]] φηληκίζω, = [[φηλόω]], Ἐτυμολ. Μέγ. 160, 41· ― φηληκόθρεπτος, ον, = [[ἐριναστός]], «φηληκόθρεπτον· ἀπὸ ὀλύνθων τῆς συκῆς τεθραμμένον» Ἡσύχ.
 
}}
 
}}
 
{{bailly
 
{{bailly

Latest revision as of 10:32, 10 August 2019

Full diacritics: φήληξ Medium diacritics: φήληξ Low diacritics: φήληξ Capitals: ΦΗΛΗΞ
Transliteration A: phḗlēx Transliteration B: phēlēx Transliteration C: filiks Beta Code: fh/lhc

English (LSJ)

ηκος, ὁ,

   A a wild fig (perh. from φηλός, deceitful, because it seems ripe when it is not really so), Ar.Pax1165 (cf. S.Fr.731).

German (Pape)

[Seite 1267] ηκος, ὁ, die wilde Feige, die schwellend und heranreifend den Schein der Reise hat, aber noch nicht reif ist, Ar. Pax 1131, nach Phryn. in B. A. 71 jede unreife Feige. Es scheint mit φηλός zusammenzuhangen, wegen des täuschenden Scheins der unreifen Feige, Soph. frg. 792 in Gramm. Darmst. in actisMonac. I. II p. 515, φήληκας δέ φαμεν τοὺς πλανῶντας τὴν ὄψιν ὡς πεπείρους.

Greek (Liddell-Scott)

φήληξ: ηκος, ὁ, = ὄλυνθος, ἄγριον σῦκον (πιθανῶς ἐκ τοῦ φηλός, ἀπατηλός, ἐπειδὴ φαίνεται ὥριμον ἐν ᾧ πράγματι δὲν εἶναι), Ἀριστοφ. Εἰρ. 1165, πρβλ. Σχόλ. ἐν τόπῳ καὶ Σοφ. Ἀποσπ. 792. ― Καθ’ Ἡσύχ., «φήληξ· ὄλυνθος, τὸ μὴ πεπεμμένον σῦκον»· ἐντεῦθεν φηληκίζω, = φηλόω, Ἐτυμολ. Μέγ. 160, 41· ― φηληκόθρεπτος, ον, = ἐριναστός, «φηληκόθρεπτον· ἀπὸ ὀλύνθων τῆς συκῆς τεθραμμένον» Ἡσύχ.

French (Bailly abrégé)

ηκος (ὁ) :
figue qui paraît mûre sans l’être ; figue sauvage.
Étymologie: φηλός.
Par. ἰσχάς, ἰσχάδιον, ὄλυνθος, σῦκον, φιβάλεως.

Greek Monolingual

-ηκος, ὁ, Α
ερινεός, αγριόσυκο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. λ., η οποία μπορεί να έχει προέλθει από το προελληνικό γλωσσικό υπόστρωμα ή να έχει εισαχθεί στην Ελληνική ως δάνεια και η οποία εμφανίζει επίθημα -ηξ, -ηκος (πρβλ. ὅρπ-ηξ). Η σύνδεση του τ. με τη λ. φῆλος / φηλός «απατηλός», η οποία στηρίζεται στην υπόθεση ότι η λ. φήληξ χρησιμοποιήθηκε και για να δηλώσει κάθε σύκο που έδινε την εντύπωση του ώριμου, χωρίς να είναι, πρέπει να θεωρηθεί παρετυμολογική].

Greek Monotonic

φήληξ: -ηκος, ὁ, άγριο σύκο (πιθ. από φηλός = απατηλός, επειδή φαίνεται ώριμο ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι), σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

φήληξ: ηκος ὁ дикая или незрелая фига Soph., Arph.

Middle Liddell

φήληξ, ηκος,
a wild fig (prob. from φῆλος, deceitful, because it seems ripe when it is not really so), Ar.