Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φίλεχθρος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: φῐλεχθρος Medium diacritics: φίλεχθρος Low diacritics: φίλεχθρος Capitals: ΦΙΛΕΧΘΡΟΣ
Transliteration A: phílechthros Transliteration B: philechthros Transliteration C: filechthros Beta Code: fi/lexqros

English (LSJ)

ον,

   A disharmonic, μῖξις Gal. 19.486.    II prone to enmity, Ptol.Tetr.119. Adv., -ρως ἔχειν πρός τινα to be hostile towards any one, D.L.3.36; φ. διακείμενοι Ptol.Tetr.191.

German (Pape)

[Seite 1276] Feindschaft liebend, zur Feindschaft geneigt, μίξις Paul. Sil. 74. 159. – Adv., φιλέχθρως ἔχειν πρός τινα, feindselig gegen Einen gesinnt sein, D. L. 3, 36. 5, 61.

Greek (Liddell-Scott)

φίλεχθρος: -ον, ὁ ἐπιρρεπὴς εἰς ἔχθραν, ὁ ἀγαπῶν νὰ γίνηται ἐχθρός, Παῦλ. Σιλ. 74. 169, Γαλην.· ― Ἐπίρρ., φιλέχθρως ἔχω πρός τινα, ἐχθρικῶς διάκειμαι, Διογέν. Λαέρτ. 3. 36.

Greek Monolingual

-ον, ΜΑ
αυτός που του αρέσει να προξενεί έχθρες.
επίρρ...
φιλέχθρως Α
εχθρικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)- + ἐχθρός.