Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φαιδρωπός

Revision as of 02:20, 10 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (1b)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: φαιδρωπός Medium diacritics: φαιδρωπός Low diacritics: φαιδρωπός Capitals: ΦΑΙΔΡΩΠΟΣ
Transliteration A: phaidrōpós Transliteration B: phaidrōpos Transliteration C: faidropos Beta Code: faidrwpo/s

English (LSJ)

όν, (ὤψ)

   A with bright, joyous look, of a young lion (cf. χαροπός), A.Ag.725 (lyr.); ὄμμα φ. E.Or.894.

German (Pape)

[Seite 1250] mit klarem, heiterm Gesicht, Aesch. Ag. 707; ὄμμα φ. Eur. Gr. 892.

Greek (Liddell-Scott)

φαιδρωπός: -όν, (ὢν) ὁ ἔχων λάμπον ἢ χαροπὸν βλέμμα, ἐπὶ λεοντιδέως (πρβλ. χαροπός), φαιδρωπὸς ποτὶ χεῖρα σαίνων τε γαστρὸς ἀνάγκαις Αἰσχύλ. Ἀγ. 725· ὄμμα φαιδρωπόν, «χαροπόν, χαρίεν, ἱλαρὸν» (Σχόλ.), Εὐρ. Ὀρ. 894.

French (Bailly abrégé)

ός, όν :
qui a le visage brillant de joie, l’air riant.
Étymologie: φαιδρός, ὤψ.

Greek Monolingual

-όν, Α
(ποιητ. τ.) αυτός που έχει λαμπρό ή χαρωπό βλέμμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φαιδρός + κατάλ. -ωπός].

Greek Monotonic

φαιδρωπός: -όν (ὤψ), αυτός που έχει λαμπερό, γεμάτο ευχαρίστηση βλέμμα, σε Αισχύλ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

φαιδρωπός: весело глядящий, радостный (λέοντος ἶνις Aesch.; ὄμμα Eur.).

Middle Liddell

φαιδρ-ωπός, όν
with bright, joyous look, Aesch., Eur.