Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φαιδρός

Revision as of 10:50, 25 February 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - " . . ." to "…")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: φαιδρός Medium diacritics: φαιδρός Low diacritics: φαιδρός Capitals: ΦΑΙΔΡΟΣ
Transliteration A: phaidrós Transliteration B: phaidros Transliteration C: faidros Beta Code: faidro/s

English (LSJ)

ά, όν,

   A bright, beaming, φάος Pi.Fr.109; ἁλίου σέλας A.Eu.926 (lyr.); σελήνη Id.Ag.298; τράπεζαι Cratin.301 (troch.); κρατήρ Alex.119.1; of sparkling water, λευκῶν φαιδροτέρην λιβάδων (of a woman), AP7.218 (Antip. Sid.); ἀήρ Poll.9.20.    2 metaph., beaming with joy, bright, cheerful (opp. στυγνός, X.An.2.6.11), φ. πρόσωπον Sol.42.3, S.El.1297, etc.; φ… ὄμμασι δέξασθε . . βασιλέα A.Ag.520; φ. φρενὶ δέξασθαι Id.Ch.565; φ. κάρα S.El.1310; ὄμμα φ. ὡς εἶδον τέκνων E. Med.1043; φαιδροῖς ὠσίν, of a horse pricking his ears, Ar.Pax156 (anap.); of persons, of glad countenance, cheerful, X.Cyr.3.3.59, Gal.6.186, 16.615 (Comp.), etc.; φαιδρὸς λάμποντι μετώπῳ Ar.Eq. 550 (anap.); ὄμμασι καὶ σχήμασι καὶ βαδίσματι φαιδρός X.Ap.27; κυνὲς ἀπὸ τῶν προσώπων φ. Id.Cyn.4.2; ἐπί τινι φ. glad at a thing, D.18.323. Adv. -δρῶς joyously, cheerily, φ. βιοτεύων X.Cyr.4.6.6, cf. 4.2.11; neut. pl. φαιδρά as Adv., φ. γοῦν ἀπ' ὀμμάτων σαίνει με with happy smile, S.OC319, cf. Fr.766 (anap.).    II masc. pr. n., properisp. Φαῖδρος: fem. Φαίδρα, Ion. Φαίδρη, parox. (Cf. Lith. gi[etilde]dras 'fair, clear (weather, sky)'.)

German (Pape)

[Seite 1250] 1) rein, klar, hellglänzend, leuchtend; zuerst bei Pind., φάος frg. 228; σελήνη Aesch. Ag. 289; φαιδρὸν ἁλίου σέλας Eum. 886. – 2) gew. übertr., heiter, fröhlich, vergnügt; ὄμματα, φρήν, Aesch. Ag. 506 Ch. 558; πρόσωπον Soph. El. 1289, vgl. 1302; ὄμμα Eur. Med. 1043; φαιδρὸς λάμποντι μετώπῳ Ar. Equ. 548; Ggstz στυγνός, Xen. An. 2, 6,11, vgl. Cyr. 3, 3,59; ἐπί τινι, Mem. 3, 10, 4; καὶ γεγηθὼς ἐπί τινι Dem. 18, 323. – Adv., φαιδρῶς βιοτεῦσαι Xen. Cyr. 4, 6,6.

Greek (Liddell-Scott)

φαιδρός: -ά, -όν, (ἴδε φάω) λαμπρός, λάμπων, ἀποστίλβων, φάος Πινδ. Ἀποσπ. 228· ἡλίου σέλας Αἰσχύλ. Εὐμ. 926· σελήνη ὁ αὐτ. ἐν Ἀγ. 298· τράπεζα Κρατῖν. ἐν Ἀδήλ. 9· κρατὴρ Ἄλεξις ἐν «Κύκνῳ» 1· ἐπὶ ὕδατος, Ἀνθ. Π. 7. 218· ἀὴρ Πολυδ. Θ΄, 20. 2) μεταφορ., ὁ ἀκτινοβολῶν ἐκ χαρᾶς, λαμπρὸς ἐκ χαρᾶς, εὔθυμος, «ἀνοιχτόκαρδος», ἀντίθετον τῷ στυγνὸς (Ξεν. Ἀν. 2. 6, 11), φ. πρόσωπον Σόλων 4. 13, Σοφοκλ. Ἠλ. 1279, Ξεν., κλπ.· φαιδροῖσι... ὄμμασι δέξασθε... βασιλέα Αἰσχύλ. Ἀγ. 520· φαιδρᾷ φρενὶ δέξασθαι ὁ αὐτ. ἐν Χο. 565· φαιδρὸν κάρα Σοφ. Ἠλ. 1310· ὄμμα φαιδρὸν ὡς εἶδον τέκνων Εὐρ. Μήδ. 1043· φαιδροῖς ὠσίν, ἐπὶ ἵππου ἀνορθοῦντος τὰ ὦτά του, Ἀριστοφ. Εἰρ. 156· ― ἀκολούθως ἐπὶ προσώπων, ὁ ἔχων εὔθυμον τὸ πρόσωπον, εὔθυμος, «γελαστός», «χαρούμενος», Σοφ. Ἀποσπ. 704, Ξεν. Κύρ. Παιδ. 3. 3, 59, κλπ.· φαιδρὸς λάμποντι μετώπῳ Ἀριστοφ. Ἱππ. 550· ὄμμασι καὶ σχήμασι καὶ βαδίσμασι φαιδρὸς Ξεν. Ἀπολ. 27· οὕτω, κύνες ἀπὸ τῶν προσώπων φ. ὁ αὐτ. ἐν Κυνηγ. 4. 2· φαιδρὸς ἐπί τινι, πλήρης χαρᾶς διά τι, Δημ. 332. 8· ― Ἐπίρρ. -δρῶς, μετὰ φαιδρότητος, μετὰ χαρᾶς, εὐθύμως, φ. βιοτεῦσαι Ξεν. Κύρ. Παιδ. 4. 6, 6, πρβλ. 2. 11· οὐδ. πληθ. φαιδρὰ ὡς ἐπίρρ., φ. γοῦν ἀπ’ ὀμμάτων σαίνει με, μὲ φαιδρὸν μειδίαμα, Σοφ. Οἰδ. Κολ. 319. ΙΙ. ὡς ἀρσ. κύρ. ὄνομα προπερισπώμ., Φαῖδρος· καὶ τὸ θηλ. Φαίδρα, Ἰων. Φαίδρη, παροξύτ.

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
1 brillant ; en parl. de la lumière lumineux, clair, serein, pur;
2 p. anal. gai, joyeux, radieux ; τὸ φαιδρόν XÉN la sérénité, la joie.
Étymologie: DELG cf. lit gaidrus « clair, serein ».

English (Slater)

φαιδρός
   1 shining ἐρευνασάτω μεγαλάνορος Ἡσυχίας τὸ φαιδρὸν φάος fr. 109. 2.

Greek Monolingual

-ή, -ό / φαιδρός, -ά, -όν, ΝΜΑ
μτφ. αυτός που ακτινοβολεί από χαρά, ανοιχτόκαρδος, γελαστός
νεοελλ.
1. χαρωπός, αστείος, ευτράπελος («φαιδρή ιστορία»)
2. αυτός που προκαλεί φαιδρότητα, γελοίος («φαιδρό υποκείμενο)
μσν.-αρχ.
φωτεινός, λαμπερός, λαμπρός
αρχ.
1. το θηλ. ως ουσ. ἡ φαιδρά γιορτή
2. (το ουδ. στον πληθ. ως επίρρ.) φαιδρά- με φαιδρό μειδίαμα
3. φρ. «φαιδρὸς ἐπί τινι» — χαρούμενος για κάτι (Δημοσθ.).
επίρρ...
φαιδρώς / φαιδρῶς ΝΜΑ και φαιδρά Ν
με φαιδρότητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. φαιδ-ρός (< gwhә-i-d-ro-) ανάγεται στην ΙΕ ρίζα gwhә-i- «λαμπερός, φωτεινός» (βλ. και λ. φαιός, φαικός) με ηχηρή οδοντική παρέκταση d- και εμφανίζει επίθημα -ρος / -ro- (πρβλ. λιθουαν. gaid-ra, gied-ra, gied-ra «καθαρός ουρανός»). Από το ίδιο θέμα φαιδ- (< gwhәi-d-) έχουν σχηματιστεί και άλλα παρ. σε -i, πρβλ. φαίδ-ι-μος (για το ζεύγος φαιδ-ρός / φαίδ-ιμος, πρβλ. κυδ-ρός: κύδ-ιμος), σε -n, πρβλ. Φαίδ-ων, σε -u, πρβλ. φαιδ-υ-ντής (πιθ. < φαιδύνω, βλ. και λ. φαιδρυντής) και πιθ. σε -s, αν υποτεθεί ότι ο τ. που παραδίδει ο Ησύχ. φαίδει- ὄψει προέρχεται από ένα αμάρτυρο σιγμόληκτο ουδ. φαῖδος].

Greek Monotonic

φαιδρός: -ά, -όν (φάω
1. λαμπερός, κεφάτος, σε Αισχύλ.· αφρώδης, λέγεται για νερό, σε Ανθ.
2. μεταφ., γεμάτος λάμψη, εύθυμος, χαρωπός, σε Σόλωνα, Τραγ., Ξεν.· επίρρ. -δρῶς, με χαρά, με κέφι, σε Ξεν.· ουδ. πληθ. φαιδρά ως επίρρ., σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

φαιδρός: 3
1) сияющий, блистающий, светлый, лучезарный, яркий (φάος Pind.; ἡλίου σέλας Aesch.; λιβάδες Anth.);
2) сверкающий, ясный, тж. радостный, веселый (ὄμματα Aesch.; πρόσωπον Soph.): βαδίσματι φ. Xen. с бодрой походкой; φ. ἐγὼ ἐπὶ τοῖς ἑτέρων εὐτυχήμασι Dem. я рад чужим успехам; φαιδροῖς ὠσίν Arph. насторожив уши.

Middle Liddell

φαιδρός, ή, όν [φάω]
1. bright, beaming, Aesch.: sparkling, of water, Anth.
2. metaph. beaming with joy, bright, joyous, jocund, Solon., Trag., Xen.:—adv. -δρῶς, joyously, cheerily, Xen.; neut. pl. φαιδρά as adv., Soph.