Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φθέγμα

Revision as of 15:14, 3 February 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<b class="b3">, τό</b>" to ", τό")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: φθέγμα Medium diacritics: φθέγμα Low diacritics: φθέγμα Capitals: ΦΘΕΓΜΑ
Transliteration A: phthégma Transliteration B: phthegma Transliteration C: fthegma Beta Code: fqe/gma

English (LSJ)

ατος, τό (written φθέγγμα in late Inscrr., Epigr.Gr.1002, 1003),

   A sound of the voice, voice, Pi.P.8.31, A.Pr.588 (lyr.), S.OC1623, Ar.Nu.319 (anap.), etc.; periphr. of a person, ὦ φθέγμ' ἀναιδές, for ὦ φθεγξάμενε ἀναιδῆ, S.OC863, cf. Aj.14, El.1225.    b language, speech, Id.Ant.354 (lyr.).    c saying, word, utterance, Id.OC1177, Pl.R.616a, LXXWi.1.11: pl., accents, words, Pl.Lg.655a, Polyzel. 12.    2 of other sounds, as of birds, cries, S.El.18, E.Hel.747; of a bull, roaring, Id.Hipp.1215; βροντᾶς φ. Pi.P.4.198; θυείας φ. the grinding of the mortar, Ar.Pax235; of musical notes, Id.Av.683 (lyr.), Pl.Lg.812d; of the nightingale's song, Ar.Av.204, 223.

German (Pape)

[Seite 1270] τό, Laut, Stimme, Sprache, Rede; übh. Ton, Klang, Schall; Pind. αἴσιον βροντᾶς φθέγμα P. 4, 198; φθέγματι μαλθακῷ 8, 32; κλύεις φθέγμα τᾶς βούκερω παρθένου; Aesch. Prom. 590, φθέγμα δ' ἐξαίφνης τινὸς θώϋξεν αὐτόν Soph. O. C. 1619; Ant. 352 Phil. 1431 u. öfter, wie Eur., Ar. u. in Prosa, Plat. Rep X, 616 a LEGG. II, 655 a.

Greek (Liddell-Scott)

φθέγμα: τό, ὁ ἦχος τῆς φωνῆς, φωνή, Πινδ. Π. 8. 42, Αἰσχύλ. Πρ. 588, Σοφ. Ο. Κ. 1623, κλπ., καὶ ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ, οἷον Πλάτ. Πολ. 616Α· περιφρ., ὦ φθέγμ’ ἀναιδὲς ἀντὶ ὦ φθεγξάμενε ἀναιδῆ Σοφ. Ο. Κ. 863, πρβλ. Αἴ. 14, Ἠλ. 1225. β) γλῶσσα, λαλιά, ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 354. γ) λόγος, ὁμιλία, ὁ αὐτ. ἐν Ο. Κ. 1177· καὶ ἐν τῷ πληθ., λόγοι, Πλάτ. Νόμ. 655Α, Πολύζηλ. ἐν Ἀδήλ. 2. 2) ἐπὶ ἄλλων ἤχων, οἷον ἐπὶ τῆς φωνῆς τῶν πτηνῶν, Σοφ. Ἠλ. 18, Εὐριπ. Ἑλ. 747· ἐπὶ τοῦ μυκηθμοῦ ταύρου, ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 1215· φροντᾶς φθ. Πινδ. Π. 4. 351· φθέγ. θυείας, ὁ κρότος τοῦ ἰγδίου, Ἀριστοφ. Εἰρ. 235· ἐπὶ μουσικῶν ἤχων ἤ φθόγγων, Πλάτ. Νόμ. 812D· ἐπὶ τοῦ ᾄσματος τῆς ἀηδόνος, Ἀριστοφ. Ὄρν. 204, 223.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 voix ; cri;
2 parole ; langage;
3 p. anal. chant des oiseaux, mugissement du taureau.
Étymologie: φθέγγομαι.

English (Slater)

φθέγμα
   1 voice εἰμὶ δ' ἄσχολος ἀναθέμεν πᾶσαν μακραγορίαν λύρᾳ τε καὶ φθέγματι μαλθακῷ (P. 8.31) φθέγμα μὲν πάγκοινον ἔγνωκας Πολυμνάστου Κολοφωνίου ἀνδρός fr. 188. met., ἐκ νεφέων δέ οἱ ἀντάυσε βροντᾶς αἴσιον φθέγμα (P. 4.198)

Greek Monolingual

και φθέγγμα, τὸ, Α φθέγγομαι
1. φωνή («μὴ γένοιτο ἑκάστῳ τὸ φθέγμα», Πλάτ.)
2. λαλιά («καὶ φθέγμα καὶ ἀνεμόεν φρόνημα καὶ ἀστυνόμους ὀργὰς ἐδιδάξατο», Σοφ.)
3. λόγος, ομιλία
4. φωνή τών πτηνών
5. μυκηθμός ταύρου
6. μουσικός φθόγγος
7. κελάηδημα αηδονιού
8. φρ. α) «ὦ φθέγμ' ἀναιδὲς» — λέγεται για αναιδή ομιλητή (Σοφ.)
β) «φθέγμα θυείας» — κρότος γουδιού (Αριστοφ.).

Greek Monotonic

φθέγμα: -ατος, τό,
I. 1. ο ήχος της φωνής, η ίδια η φωνή, σε Πίνδ., Αισχύλ. κ.λπ.· λέγεται για άνθρωπο, ὦ φθέγμ' ἀναιδές αντί του ὦ φθεγξάμενε ἀναιδῆ, σε Σοφ.
2. γλώσσα, ομιλία, στον ίδ.
3. λόγος, λέξεις, στον ίδ.
II. λέγεται για άλλους ήχους που παράγονται, όπως από τα πουλιά, σε Σοφ., Ευρ.· λέγεται για τον ταύρο, μούγκρισμα, σε Ευρ.· φθέγμα θυείας, το κοπάνισμα του γουδιού, σε Αριστοφ.· το τραγούδι του αηδονιού, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

φθέγμα: ατος τό
1) голос, звук: φθέγματα ὀρνίθων Soph. голоса птиц; κλύειν φ. τινός Aesch., слышать чей-л. голос; φ. (sc. ταύρου) Eur. мычание; βροντᾶς φ. Pind. удар грома;
2) слово, речь: καὶ φ. καὶ φρόνημα ἐδιδάξατο Soph. (человек) научился говорить и мыслить; τὰ σχήματα καὶ τὰ φθέγματα Plat. осанка и речь.

Middle Liddell

φθέγμα, ατος, τό,
I. the sound of the voice, a voice, Pind., Aesch., etc.: of a person, ὦ φθέγμ' ἀναιδές, for ὦ φθεγξάμενε ἀναιδῆ, Soph.
2. language, speech, Soph.
3. a saying, word, Soph.
II. of other sounds, as of birds, cries, Soph., Eur.; of a bull, roaring, Eur.; φθ. θυείας the grinding of the mortar, Ar.; of the nightingale's song, Ar.