Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φλοιώδης

Revision as of 14:20, 31 December 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "   <span class="bld">" to "<span class="bld">")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: φλοιώδης Medium diacritics: φλοιώδης Low diacritics: φλοιώδης Capitals: ΦΛΟΙΩΔΗΣ
Transliteration A: phloiṓdēs Transliteration B: phloiōdēs Transliteration C: floiodis Beta Code: floiw/dhs

English (LSJ)

ες, A like rind or bast, Arist.HA554b27, Thphr.HP1.6.7, 5.5.2, Dsc.1.23, Plu.2.640e, etc. 2 metaph., showy, superficial, Longin.3.2; τὸ σοβαρὸν καὶ φ. Plu.2.81b.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1293] ες, rindenartig, -ähnlich, wie Rinde, bes. leicht, wie Kork; dah. übrtr., leichtsinnig, ohne Gewicht, unbedeutend; Plut. de prof. virt. sent. p. 257 vrbdt τὸ φλοιῶδες καὶ σοβαρὸν ἀποτίθεται.

Greek (Liddell-Scott)

φλοιώδης: -ες, (εἶδος) ὅμοιος πρὸς φλοιόν, πρὸς τὸν ἐσωτερικὸν φλοιὸν τῶν δένδρων, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 5. 23, 2, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 1. 6, 7, Πλούτ., κλπ. 2) μεταφορ., κοῦφος, κενός, ἀλαζονικός, ἀνόητος, μάταιος, «ἐλαφρός», ὁ αὐτ. 2. 81Β, ἔνθα ἴδε Wyttenb.

French (Bailly abrégé)

ης, ες :
1 semblable à l’écorce, subéreux;
2 fig. qui n’a que l’écorce, superficiel.
Étymologie: φλοιός, -ωδης.

Greek Monolingual

-ες / φλοιώδης, -ῶδες, ΝΜΑ φλοιός
όμοιος με φλοιό
νεοελλ.
1. αυτός που έχει παχύ φλοιό
2. φρ. «φλοιώδης ουσία»
ανατ. η εξωτερική, περιφερική μοίρα του παρεγχύματος διαφόρων οργάνων (α. «φλοιώδης ουσία τών νεφρών»)
αρχ.
μτφ. (για πρόσ.) επιπόλαιος, ανόητος, ματαιόδοξος.
επίρρ...
φλοιώδως Α
ελαφρώςφλοιώδως καὶ ταχέως», Φιλόδ.).

Russian (Dvoretsky)

φλοιώδης:
1) похожий на кору, корообразный (ὕλη Arst.; μέρη Plut.);
2) поверхностный, пустой: τὸ σοβαρὸν καὶ φλοιῶδες Plut. надменное тщеславие.