Open main menu

LSJ β

φλούδα

Greek Monolingual

και φλοίδα και φλύδα, η, Ν
1. (για φυτά και για καρπούς) φλοιός
2. σκληρό κέλυφος, τσόφλι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φλούδι κατά τα θηλ.].