Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φλυαρία

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: φλῠᾱρία Medium diacritics: φλυαρία Low diacritics: φλυαρία Capitals: ΦΛΥΑΡΙΑ
Transliteration A: phlyaría Transliteration B: phlyaria Transliteration C: flyaria Beta Code: fluari/a

English (LSJ)

ἡ,

   A nonsense, foolery, in word or deed, Timocr.10, Ar.Lys.159, Pl.Tht.162a, etc.; παιδιὰ καὶ φ. Id.Cri.46d; καπνὸς κα φ. Id.R.581d; χρωμάτων καὶ ἄλλης πολλῆς φ. θνητῆς Id.Smp.211e, cf. Phd.66c: φ. καὶ λῆρος Com.Adesp.5.7 D.: freq. in pl., fooleries, λῆοοι καὶ φ. Pl.Hp.Ma.304b; εἴτε ληρήματα... εἴτε φλυαρίας Id.Grg.486c; περὶ σιτία καὶ ποτὰ καὶ ἰατροὺς καὶ φ. ib. 490c, cf. 519a; ἄνηθα καὶ σέλινα καὶ φ. Eub.36.

German (Pape)

[Seite 1293] ἡ, Geschwätz, Gewäsch, Possen; Ar. Lys. 159; ἀεροβατοῦντα καὶ ἄλλην πολλὴν φλυαρίαν φλυαροῦντα Plat. Apol. 19 c; καὶ παιδιά Crit. 46 d; λιμένων καὶ φόρων καὶ τοιούτων φλυαριῶν ἐμπεπλήκασι τὴν πόλιν Gorg. 519 a, u. oft; Plut. Aristid. 25; auch Leichtfertigkeit im Handeln, Clem. Al. u. a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

φλυᾱρία: ἡ, ὡς καὶ νῦν, μωρολογία, μωρὰ πολυλογία, ἀνοησία ἐν λόγῳ ἢ ἐν ἔργῳ, Τιμοκρ. 10, Ἀριστοφ. Λυσ. 159, Πλάτ., κλπ.· παιδιὰ καὶ φλ. Πλάτ. Κρίτ. 46C· καπνὸς καὶ φλ. ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 581D· χρωμάτων καὶ ἄλλης πολλῆς φλ. θνητῆς ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 211Ε, πρβλ. Ἀπολ. 19C· ― συχνάκις ἐν τῷ πληθ., Λατ. nugae, λῆροι καὶ φλυαρίαι, ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. Μείζ. 304Β· εἴτε ληρήματα..., εἴτε φλυαρίας ὁ αὐτ. ἐν Γοργ. 486C· περὶ σιτία καὶ ποτὰ καὶ ἰατροὺς καὶ φλ. αὐτόθι 490C, πρβλ. 518Ε· ἄνηθα καὶ σέλινα καὶ φλ. Εὔβουλος ἐν «Ἰξίονι» 1. 3· ― Ἡ λέξις αὕτη μετὰ τῶν συγγενῶν αὐτῇ εὕρηται σχεδὸν μόνον παρὰ τοῖς Ἀττ. κωμικοῖς καὶ πεζογράφοις, ἀλλ’ ὅμως τὸ ῥῆμα φλυηρέω εἶναι ἐν χρήσει παρ’ Ἡροδ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
bavardage, langage vain ou niais.
Étymologie: φλύαρος.

Greek Monolingual

η, ΝΑ φλύαρος
ασήμαντη και ανόητη πολυλογία
νεοελλ.
1. ανοησία
2. χαλαρή συζήτηση για θέματα ήσσονος ενδιαφέροντος
αρχ.
στον πληθ. αἱ φλυαρίαι
ανόητα πράγματα («περὶ σιτία καὶ ποτὰ καὶ ἰατροὺς καὶ φλυαρίας», Πλάτ.).

Greek Monotonic

φλῠᾱρία: ἡ, ανόητη κουβέντα, ανοησία, μωρολογία, σε Αριστοφ.· συχνά σε πληθ., ανοησίες, Λατ. nuqae, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

φλυᾱρία: ἡ пустяки, вздор, пустая болтовня (καπνὸς καὶ φ. Plat.; παιδιαὶ καὶ φλυαρίαι Plut.).

Middle Liddell

φλυᾱρία, ἡ, [from φλυᾱρέω]
silly talk, nonsense, foolery, Ar., Plat., etc.; often in pl. fooleries, Lat. nugae, Plat.