Open main menu

LSJ β

φωκάριον

Greek Monolingual

και φωκάριν, τὸ, Α
φωκαρία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. focarium, ουδ. του επιθ. focarius, -a, -um «οικιακός» (< focus «εστία, οίκος»)].