Open main menu

LSJ β

χάδαν

Greek (Liddell-Scott)

χάδαν: χανδόν, Ἐπίρρ., Ἐπιγρ. ἔμμετρ. Βοιωτικοῦ ἀγγείου, Kaibel epigram. gr. ex lapid. conl. 1130. Ὁ σχηματισμὸς ὡς ἐν τοῖς διαφάνην (= διαφανδόν), ἀναφάδην (= ἀναφανδόν), Συναγωγὴ Λέξ. Ἀθησ. Κουμανούδη.

Greek Monolingual

Α
(βοιωτ. τ.) επίρρ. βλ. χανδόν.