Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χάραξη

Revision as of 12:56, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (46)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η / χάραξις, -άξεως, ΝΜΑ χαράσσω
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χαράσσω, εγκοπή, εντομή
νεοελλ.
1. σήμανση και καθορισμός τών θεμελίων μιας μελλοντικής κατασκευής
2. η σχεδιαστική απεικόνιση ενός τεχνικού έργου
3. τράβηγμα γραμμών με χάρακα πάνω σε μια επιφάνεια, χαράκωμα
4. μτφ. διάνοιξη, προετοιμασία, καθορισμός κατεύθυνσης («επιβάλλεται η χάραξη μιας νέας πολιτικής»)
μσν.-αρχ.
σημάδι, ίχνος εγχάραξης
αρχ.
1. κοπή νομισμάτων
2. εξάλειψη
3. μτφ. οξύς πόνος.