Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "χίλια"

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
(46)
 
m (Text replacement - "<i>τα [[" to "τα [[")
Line 1: Line 1:
 
{{grml
 
{{grml
|mltxt=Ν<br /><b>1.</b> <b>άκλ.</b> [[δέκα]] εκατοντάδες<br /><b>2.</b> (με αρθρ. πληθ.) <i>τα [[χίλια]]<br />ο [[παραπάνω]] [[αριθμός]] και η συμβολική [[παράσταση]] του<br /><b>3.</b> (με αρθρ. εν.) <i>το [[χίλια]]<br />το [[χιλιοστό]] [[έτος]]<br /><b>4.</b> (<b>ως επίρρ.</b>) χίλιες φορές, [[χιλιάκις]] («και [[χίλια]] να τ' αρέσεις», <b>Ερωτόκρ.</b>)<br /><b>5.</b> <b>φρ.</b> «με [[χίλια]] βάσανα» — με [[πάρα]] [[πολλά]] εμπόδια, με [[πάρα]] πολλές δυσκολίες.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Το ουδ. του αρχ. αριθμητικού [[χίλιοι]].
+
|mltxt=Ν<br /><b>1.</b> <b>άκλ.</b> [[δέκα]] εκατοντάδες<br /><b>2.</b> (με αρθρ. πληθ.) τα [[χίλια]]<br />ο [[παραπάνω]] [[αριθμός]] και η συμβολική [[παράσταση]] του<br /><b>3.</b> (με αρθρ. εν.) <i>το [[χίλια]]<br />το [[χιλιοστό]] [[έτος]]<br /><b>4.</b> (<b>ως επίρρ.</b>) χίλιες φορές, [[χιλιάκις]] («και [[χίλια]] να τ' αρέσεις», <b>Ερωτόκρ.</b>)<br /><b>5.</b> <b>φρ.</b> «με [[χίλια]] βάσανα» — με [[πάρα]] [[πολλά]] εμπόδια, με [[πάρα]] πολλές δυσκολίες.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Το ουδ. του αρχ. αριθμητικού [[χίλιοι]].
 
}}
 
}}

Revision as of 11:40, 14 January 2019

Greek Monolingual

Ν
1. άκλ. δέκα εκατοντάδες
2. (με αρθρ. πληθ.) τα χίλια
ο παραπάνω αριθμός και η συμβολική παράσταση του
3. (με αρθρ. εν.) το χίλια
το χιλιοστό έτος
4. (ως επίρρ.) χίλιες φορές, χιλιάκις («και χίλια να τ' αρέσεις», Ερωτόκρ.)
5. φρ. «με χίλια βάσανα» — με πάρα πολλά εμπόδια, με πάρα πολλές δυσκολίες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ουδ. του αρχ. αριθμητικού χίλιοι.