Open main menu

LSJ β

χααναία

English (LSJ)

ἡ, A priest's robe, J.AJ3.7.1 (χαναίας codd.): a mistranslation of Aram. kāhǎnayyâ 'priests'.

Greek Monolingual

ἡ, Α
ιερατικό ένδυμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. αποτελεί εσφ. μετάφραση του αραμαϊκού τ. kāhănayya «ιερείς»].