Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλκουργός

Revision as of 02:40, 10 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (1b)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: χαλκουργός Medium diacritics: χαλκουργός Low diacritics: χαλκουργός Capitals: ΧΑΛΚΟΥΡΓΟΣ
Transliteration A: chalkourgós Transliteration B: chalkourgos Transliteration C: chalkourgos Beta Code: xalkourgo/s

English (LSJ)

όν,

   A working copper, χ. μέταλλα copper mines, Dsc.5.91 (nisi leg. -ουργικά): Subst. -γός, ὁ, miner, Posidon. 47J.; worker in bronze, Luc.JTr.33, BGU362x17 (iii A.D.).

German (Pape)

[Seite 1332] Kupfererz bearbeitend, der Kupferschmied, Luc. Iup. tr. 33.

Greek (Liddell-Scott)

χαλκουργός: -όν, ὁ ἐργαζόμενος τὸν χαλκόν, χαλκ. μέταλλα, μεταλλεῖα χαλκοῦ, Διοσκ. 5. 106˙ - ὁ χαλκουργός, χαλκεύς, Λουκ. ἐν Διῒ Τραγ. 33.

French (Bailly abrégé)

ός, όν :
1 qui travaille le cuivre ou l’airain ; ὁ χαλκουργός, chaudronnier ou forgeron;
2 où l’on travaille le cuivre.
Étymologie: χαλκός, ἔργον.

Greek Monolingual

ο / χαλκουργός, -όν, ΝΜΑ
αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με την κατεργασία του χαλκού, με την κατασκευή χάλκινων αντικειμένων, χαλκεύς, χαλκωματάς
αρχ.
αυτός που παράγει χαλκό («χαλκουργὰ μέταλλα», Διοσκ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκ(ο)- + -ουργός (< ἔργον), πρβλ. λιθ-ουργός, ξυλ-ουργός].

Greek Monotonic

χαλκουργός: -όν, ὁ (*ἔργω), χαλκουργός, σιδηρουργός, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

χαλκουργός: ὁ медных дел мастер, медник Luc.

Middle Liddell

χαλκ-ουργός, όν [*ἔργω
a coppersmith, Luc.