Open main menu

LSJ β

χανδόν

Contents

English (LSJ)

Adv. A with mouth wide open, greedily, eagerly, [οἶνον] χ. ἑλεῖν Od.21.294, cf. Call.Aet.1.1.11, Nic.Th.341, Opp.C.4.430 (cj.), etc.; in late Prose χ. ἐκπιεῖν, πιέσθαι, πίνειν, Gal.15.735, Luc.Merc. Cond.7, Jul.Mis.338c; σπᾶν D.C.71.10; metaph., χ. ἐνεπίμπλαντο εὐχῶν Luc.Alex.14; χ. ἐμπιπλάμενος τοῦ ὕπνου Philostr.Im.2.22.

Greek (Liddell-Scott)

χανδόν: ἐπίρρ., μὲ ἀνοικτὸν στόμα, ἀπλήστως, ἀθρόως, οἶνον χανδὸν ἑλεῖν Ὀδ. Φ. 294, πρβλ. Καλλ. Ἀποσπ. 109, Νικ. Θηρ. 341, Ὀππ. Κυνηγ. 4. 340, κτλ.· ὡσαύτως παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις, χ. πίεσθαι Λουκ. Μισθ. Συνόντ. 7· μεταφορ., χ. ἐνεπίμπλατο εὐχῶν ὁ αὐτ. ἐν Ἀλεξ. 14· χ. ὕπνου ἐμπιπλάμενος Φιλόστρ. 847. Ὁ τύπος χανδὰ μνημονεύεται ὡσαύτως παρ’ Ἀπολλ. περὶ Ἐπιρρ. 562. 16, 20. - Καθ’ Ἡσύχ.: «χανδόν· πολύ[ν], καὶ ὅσον δυνατόν, καὶ ἀθρόως, ἀπὸ τοῦ κεχηνέναι πλατύ», καὶ χανδὸν πιεῖν· κεχηνότως καὶ ἀθρόως πιεῖν ὅλῳ στόματι.

French (Bailly abrégé)

adv.
en ouvrant la bouche, à pleine bouche ; fig. avidement.
Étymologie: χαίνω, -δον.

English (Autenrieth)

(χαίνω): lit., ‘with open mouth,’ greedily, Od. 21.294†.

Greek Monolingual

και βοιωτ. τ. χάδαν Α
επίρρ.
1. με ανοιχτό στόμα, με άπληστη επιθυμία, λαίμαργα («χανδὸν ἀμέτρητον δέκεται ποτόν», Νίκ. Θηρ.)
2. μτφ. σε μεγάλο βαθμό, υπερβολικά («χανδὸν ἐμπιπλάμενος τοῦ ὕπνου», Φιλόστρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. χᾰν- του ρ. χαίνω (βλ. λ. χάσκω) + επιρρμ. κατάλ. -δόν (πρβλ. φανδόν)].

Greek Monotonic

χανδόν: επίρρ., με το στόμα ορθάνοιχτο, απλήστως, σε Ομήρ. Οδ., Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

χανδόν: adv. χαίνω широко разевая рот, т. е. жадно (οἶνον ἑλεῖν Hom.; πίεσθαι Luc.): χ. ἐμπίπλασθαι τῶν εὐχῶν Luc. орать во все горло молитвы.

Middle Liddell


with mouth wide open, greedily, Od., Luc.