Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαρτοπαίκτης

Revision as of 13:01, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (46)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

και χαρτοπαίχτης, ο, θηλ. χαρτοπαίκτρια και χαρτοπαίχτρια και χαρτοπαίχτρα, Ν
αυτός που παίζει, συστηματικά, τυχερά παιχνίδια με τραπουλόχαρτα, που κατέχεται από το πάθος της χαρτοπαιξίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαρτιά + παίκτης / παίκτρια. Η λ. μαρτυρείται από το 1797 στον Αλ. Κάλφογλου, ενώ το θηλ. χαρτοπαίκτρια μαρτυρείται από το 1866 στον Μιλτ. Γ. Σκυλίτση].