Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαρτοπαίκτης

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

και χαρτοπαίχτης, ο, θηλ. χαρτοπαίκτρια και χαρτοπαίχτρια και χαρτοπαίχτρα, Ν
αυτός που παίζει, συστηματικά, τυχερά παιχνίδια με τραπουλόχαρτα, που κατέχεται από το πάθος της χαρτοπαιξίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαρτιά + παίκτης / παίκτρια. Η λ. μαρτυρείται από το 1797 στον Αλ. Κάλφογλου, ενώ το θηλ. χαρτοπαίκτρια μαρτυρείται από το 1866 στον Μιλτ. Γ. Σκυλίτση].