Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χοιρινός

Revision as of 12:30, 14 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<i>το [[" to "το [[")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

-ή, -ό, Ν
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον χοίρο ή αυτός που προέρχεται από χοίρο, χοίρινος, χοίρειος («χοιρινά λουκάνικα»)
2. το ουδ. ως ουσ. το χοιρινό
το κρέας του χοίρου
3. παροιμ. «από χοιρινό τουλούμι κρασί μην πιεις ποτέ σου» — να μην δεχθείς ποτέ χάρη από άνθρωπο με ταπεινό χαρακτήρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χοίρος + κατάλ. -ινός (πρβλ. βοδ-ινός)].