Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρονιάζω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

Ν
(αμτβ.)
1. συμπληρώνω ένα έτος («χρόνιασε η γιαγιά» — συμπληρώθηκε ένας χρόνος από τον θάνατο της γιαγιάς)
2. γίνομαι ενός έτους («χρόνιασε το μωρό»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνια, ετερκλ. πληθ. του χρόνος].