Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χωριάτης

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

ο, ΝΜ, θηλ. χωριάτα και χωριάτισσα, Ν
κάτοικος χωριού, χωρικός
νεοελλ.
1. μτφ. άνθρωπος αγροίκος, απολίτιστος, άξεστος
2. παροιμ. φρ. α) «ο χωριάτης κι αν πλουτήνει, το τσαρούχι δεν τ' αφήνει» — δηλώνει ότι οι πολύχρονες συνήθειες δεν ξεχνιούνται εύκολα
β) «χωριάτης άγιος κι αν γενεί, να μην τον προσκυνήσεις» και «χωριάτης εγεννήθηκε, ματσούκα πελεκιέται» — λέγεται για όσους εκ φύσεως είναι ανάξιοι κάθε εκτίμησης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χωρίον / χωριό + κατάλ. -άτης (πρβλ. αγώγι: αγωγι-άτης)].