Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψωμισμός

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: ψωμισμός Medium diacritics: ψωμισμός Low diacritics: ψωμισμός Capitals: ΨΩΜΙΣΜΟΣ
Transliteration A: psōmismós Transliteration B: psōmismos Transliteration C: psomismos Beta Code: ywmismo/s

English (LSJ)

ὁ,

   A feeding with morsels, Sor.1.115 (pl.).

Greek Monolingual

ο, Ν ψωμίζω
1. εξοικονόμηση τών αναγκαίων για τη ζωή
2. παροχή διατροφής.