Open main menu

LSJ β

ώρία

German (Pape)

Greek Monolingual

Greek Monolingual

η, Ν
1. ωραία γυναίκα
2. φρ. «της Ωριάς το κάστρο»
(λαογρ.) ονομασία πολλών μεσαιωνικών κάστρων της Ελλάδας συνδεδεμένων με διάφορους μεσαιωνικούς θρύλους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ωραία, με συνίζηση (πρβλ. ελαία> ελιά)].