Open main menu

LSJ β

ώριάς

German (Pape)

[Seite 1414] άδος, ἡ, bes. poet. fem. zu ὥριος, φύσις Orph. H. 9, 19, die Horen zeugend, gebend.

Greek Monolingual

-άδος, ἡ, Α
ποιητ. τ. θηλ. του επιθ. ὥριος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὥριος + επίθημα -(ι)άς (πρβλ. πελωρ-ιάς)].