Open main menu

LSJ β

ώριαίνω

German (Pape)

[Seite 1414] ὡριαίνομαι, = ὡραΐζω, ὡραΐζομαι, Clearch. bei Ath. 554 b u. Hesych.

Greek Monolingual

Α ὥρα
(κατά τον Ησύχ.) «ὡραΐζω», καλλωπίζω.