Open main menu

LSJ β

ώροθέτης

German (Pape)

[Seite 1414] ὁ, Nativitätsteller, Sp.

Greek Monolingual

ὁ, ΜΑ
ο κυβερνήτης τών χρόνων και καιρών
αρχ.
ωροσκόπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὥρα + -θέτης (< τίθημι), πρβλ. ταξι-θέτης.