Open main menu

LSJ β

ώρολόγιον

German (Pape)

[Seite 1414] τό, Stundenzeiger, Uhr; ὡρολόγιον σκιοθηρικόν, die Sonnenuhr des Anaximandros; ὑδραυλικόν, Wasseruhr; ὡρολόγιον νυκτερινὸν ἐοικὸς τῷ ὑδραυλικῷ, die Nachtuhr des Platon, eine Art Wasseruhr, Aristocl. bei Ath. V, 174 c.

Greek Monolingual

(I)
τὸ, Α
ὡρεῑον, σιταποθήκη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὡρεῖον «αποθήκη σιτηρών» + -λόγιον].
(II)
τὸ, ΜΑ
βλ. ωρολόγιο.