Open main menu

LSJ β

ώρονομεύω

German (Pape)

[Seite 1415] poet. statt ὡρονομέω, Maneth. 4, 593.

Greek Monolingual

Α
(ποιητ. τ.) ὡρονομῶ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὡρονομῶ, κατά τα ρ. σε -εύω].