Open main menu

LSJ β

ώρόδεσμος

German (Pape)

[Seite 1414] ὁ, Strohseil zum Binden der Korngarben, VLL.

Greek Monolingual

ὁ, Μ
σχοινί από πλεγμένα καλάμια σιταριού, με το οποίο έδεναν τα δεμάτια κατά το θέρισμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὡρεῖον «αποθήκη σιτηρών» + δεσμός.