Open main menu

LSJ β

ώρόμαντις

German (Pape)

[Seite 1415] ὁ, der Stundenprophet, Beiwort des Hahns. Vgl. ὡρονόμος.

Greek Monolingual

-άντεως, ὁ, Α
(για τον κόκορα) αυτός που προλέγει τις ώρες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὥρα + μάντις.