Open main menu

LSJ β

ϝρητάομαι

English (LSJ)

A make a treaty or agreement with, ib.4,14.

Greek (Liddell-Scott)

ϝρητάομαι: ῥητὰς συνθήκας ποιῶ· εὐFρητάσα(ν)τυ, μέσ., ἀόρ., Ἐπιγρ. Ἰδαλίου Κύπρου, Cau. 118, Συναγωγὴ Λέξ. Ἀθησ. Κουμανούδη.