Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀέξω

Revision as of 11:45, 10 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "''' <b class="num">1)" to "'''<br /><b class="num">1)")
Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: ἀέξω Medium diacritics: ἀέξω Low diacritics: αέξω Capitals: ΑΕΞΩ
Transliteration A: aéxō Transliteration B: aexō Transliteration C: aekso Beta Code: a)e/cw

English (LSJ)

poet. form of αὔξω (αὐξάνω), once in Hdt., twice in Trag. (lyr.); in early writers only in pres. and unaugm. impf.: in later Poets fut.

   A ἀεξήσω Nonn.D.12.24, aor. ἠέξησα ib.8.104, IG4.787 (Troezen, iv A. D.): fut. Med. ἀεξήσομαι A.R.3.837: aor. Pass. ἀεξήθην AP9.631 (Agath.): plpf. ηέξητο (ἀν-) Nonn.D.4.427: (ἀϝέξω, cf. Lat. augeo, Skt. vak[snull ]áyati, etc.):—increase, foster. ἀνδρὶ δὲ κεκμηῶτι μένος μέγα οἶνος ἀέξει Il.6.261; θυμὸν ἀ. Il.17.226; πένθος ἀ. cherish woe, Od. 17.489; υἱὸν ἀ. rear him to man's estate, 13.360; ἔργον ἀέξουσι . . θεοί they bless the work, 15.372.    2 exalt, glorify, αὐτούς τ' ἀέξοι καὶ πόλιν Pi.O.8.88; τὸ πλῆθος ἀ. Hdt.3.80; spread, diffuse, [ἀγγελίαν] μῦθος ἀέξει S.Aj.226.    3 ἀ. βούταν φόνον E.Hipp. 537.    II Pass., increase, grow, Τηλέμαχος δὲ νέον μὲν ἀέξετο was waxing tall, Od.22.426; καλὰ μὲν ἠέξευ Call.Jov.55; οὐ . . ποτ' ἀέξετο κῦμά γ' ἐν αὐτῷ no wave rose high thereon, Od.10.93; χόλος . . ἀνδρῶν ἐν στήθεσσιν ἠΰτε καπνός ἀ. rises high, Il.18.110; τόδε ἔργον ἀ. it prospers, Od.14.66; ἀέξετο ἱερὸν ἦμαρ was getting on to noon, Il.8.66; μηνὸς -ομένοιο Hes.Op.773; μῆτις ἀ. Emp.106; κέρδος ἀ. A.Ch.825 (cod. M), cf. Supp.856 (prob.).    III intr., = Pass., Q.S.1.116.

Greek (Liddell-Scott)

ἀέξω: παλαιὸς ποιητικὸς τύπος τοῦ αὔξω (αὐξάνω), εὕρηται δὲ ἅπαξ παρ’ Ἡροδ., δὶς παρὰ Τραγ. (ἐν λυρικοῖς χωρ.), καὶ ἐν χρήσει παρὰ τοῖς δοκίμοις συγγραφεῦσι μόνον κατ’ ἐνεστ. καὶ παρατ. ἄνευ αὐξήσ. - μεταγεν. ποιηταὶ ἐσχημάτισαν μέλλοντα ἀεξήσω, (Νόνν. Δ. 12. 24), ἀόρ. ἠέξησα, (ὁ αὐτ. 8. 104, Ἀνθ. παράρτ. 299), μέσ. μέλλ. ἀεξήσομαι, (Ἀπολλ. Ρόδ. 3. 837), παθ. ἀόρ. ἀεξήθην, (Ἀνθ. Π. 9. 631), ὑπερσυντ. (ἀν-)ηέξητο, (Νόνν. Δ. 4. 427). (Πιθαν. ἐκ √ϜΕΞ, μετὰ προθεματικοῦ α, (πρβλ. ἀείδω, ἀείρω), ὁπόθεν καὶ αὔξω, κτλ.· πρβλ. Σανσκρ. vakshâmi, (cresco), Γοτθ. vahstus (αὔξησις), Ἀρχ. Σκανδιν. vaxa (ἀγγλ. to wax), Παλαι. Ὑψ. Γερμαν. wacha (wachsen), τὸ Λατ. augeo ἀναφέρεται ὑπὸ Κουρτίου εἰς διάφορον ῥίζαν, ἴδε ἐν λ. ὑγιής). Αὐξάνω, εὐρύνω, τρέφω, προάγω, ἰσχυροποιῶ· ἀνδρὶ δὲ κεκμηῶτι μένος μέγα οἶνος ἀέξει, Ἰλ. Ζ. 261· θυμὸν ἀέξειν, Ἰλ. Ρ. 226· πένθος ἀ., ὑποθάλπω θλῖψιν, Ὀδ. Ρ. 489· υἱὸν ἀ., ἀνατρέφω αὐτὸν μέχρις ἀνδρότητος, Ν. 360· ἔργον ἀέξουσιν. θεοί, προάγουσιν, Ο. 372. 2) ὑψῶ, μεγαλύνω διὰ τῶν ἔργων, δοξάζω, αὐτούς τ’ ἀέξοι καὶ πόλιν, Πινδ. Ο. 8. ἐν τέλ.· - τὸ πλῆθος ἀέξειν, Ἡρόδ. 3. 80· - μεγαλύνω, λέγω ἐπὶ τὸ μεῖζον, [ἀγγελίαν] μῦθος ἀέξει, Σοφ. Αἴ. 226. 3) ἀέξειν βούταν φόνον, Εὐρ. Ἱππ. 537· πρβλ. αὐξάνω, Ι. 4. ΙΙ. παθ. αὐξάνομαι, γίνομαι μέγας, Τηλέμαχος δὲ νέον μὲν ἀέξετο, ἐγίνετο μέγας, ὑψηλός· Ὀδ. Χ. 426· οὐ … ποτ’ ἀέξετο κῦμά γ’ ἐν αὐτῷ, οὐδὲν κῦμα ὑψοῦτο μέχρις αὐτοῦ, Κ. 93· χόλος … ἀνδρῶν ἐν στήθεσσιν ἀ. ἠΰτε καπνός, ὑψοῦται, ἐγείρεται ὑψηλά, Ἰλ. Σ. 110· τόδε ἔργον ἀ., εὐοδοῦται, Ὀδ. Ξ. 66· ἀέξετο ἱερὸν ἦμαρ, ἐπλησίαζε νὰ γείνῃ μεσημβρία, Ἰλ. Θ. 66 κτλ.· οὕτω μῆτις ἀέξεται) Ἐμπεδ. 375· - κέδρος ἀέξεται, Αἰσχύλ. Χο. 825· πρβλ. Ἱκ. 856. ΙΙΙ. ἐν Σοφ. Ἀντ. 353 ὁ Δινδ. παρεδέξατο τὴν ἀμφίβολον τοῦ Δοιρερλίνου εἰκασίαν ἀέξεται (ἀντὶ τοῦ ἄξεται, ὡς μέσ. τύπον, ἐξυψοῖ, κοσμεῖ· κάλλιον ὅμως (κατὰ Schöne) ὀχμάζεται, ἴδε Schneidew. ἐν τόπῳ. IV. ἀμετάβ. = παθ. Κόϊντ. Σμυρ. 1. 116.

French (Bailly abrégé)

f. ἀεξήσω, ao. ἠέξησα, pf. inus.
1 faire se développer, accroître, augmenter ; Pass. grandir, grossir, croître ; fig. faire se développer, faire prospérer : ἔργον une entreprise;
2 amplifier, exalter : ἀ. τινα glorifier qqn ; en mauv. part exagérer.
Étymologie: ἀ- prosth., R. Ϝεξ, croître, grossir ; cf. αὔξω.

English (Autenrieth)

(ἀϝέξω, ‘wax’), only pres. and ipf.: make to grow, increase, let grow up, υἱόν, Od. 13.360; mid. and pass., grow, grow up; μέγα πένθος, ‘cherish’; ἔργον, ‘prosper,’ Od. 14.66 ; ἀέξετο ἱερὸν ἦμαρ, ‘was waxing,’ i. e. advancing toward the meridian, Il. 8.66, Od. 9.56.

English (Slater)

ᾰέξω (ἀέξω, -ει; ἀέξοι; ἄεξ(ε), [ἀέ]ξετ(ε): med. ἀέξονται. v. αὔξω.)
   a act. exalt, make to prosper ὦ Τιμόδημε, σὲ δ' ἀλκὰ παγκρατίου τλάθυμος ἀέξει (N. 2.15) ἐμῶν δ' ὕμνων ἄεξ εὐτερπὲς ἄνθος (O. 6.105) ἀλλ' ἀπήμαντον ἄγων βίοτον αὐτούς τἀέξοι καὶ πόλιν (O. 8.88)
   b med., expand, be exalted ἀέξονται φρένας, ἀμπελίνοις τόξοις δαμέντες their spirits expand fr. 124. 11.
   c frag. εὐάμπυκες[ ἀέ]ξετ' ἔτι, Μοῖσαι, θάλος ἀοιδᾶν[ Δ. 1. 1. ]ἀέξω[ P. Ox. 2448. fr. 14.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): ἀέκσω Beth She'arim 133 (imper.)

• Morfología: [tard. fut. ἀεξήσω Nonn.D.12.24; aor. ἠέξησα Nonn.D.8.104, opt. 2a plu. ἀεξήσαιτε Leon.2271P.; med. aor. 3a plu. ἠ] έξαντο Call.SHell.287.9; pas. aor. ἀεξήθην AP 9.631, 3a plu. ἀεξήθησαν Nonn.D.45.150
I tr.
1 de hijos criar υἱόν Od.13.360
de plantas hacer crecer σφιν ... ὄμβρος ἀέξει Od.9.111, cf. Call.Del.84
del botín aumentar ληίδ' ἀέξειν Hes.Th.444
de los afectos anímicos μένος μέγα οἶνος ἀέξει Il.6.261, θυμόν Il.17.226, θάρσος Hes.Sc.96, 434, πένθος Od.17.489
de cosas y abstr. favorecer, hacer prosperar ἔργον Od.15.372, δόμων ἀέξει κάλλος A.Fr.451n.5, (ἀγγελίαν) μῦθος ἀέξει S.Ai.226, de un sacrificio βούταν φόνον Ἑλλὰς <αἶ'> ἀέξει Grecia acrece la sangre de los toros e.e. (en vano) realiza costosas hecatombes E.Hipp.537.
2 de pers. y personif. hacer prosperar, enaltecer, ensalzar de palabra u obra ἄδηλον ἀέξει hace prosperar al (hombre) oscuro Hes.Op.6, τὸ πλῆθος ensalzar a la muchedumbre Hdt.3.80, αὐτούς τ' ἀέξοι καὶ πόλιν Pi.O.8.88, οὔτ' ἀρετῆς ἄτερ ὄλβος ἐπίσταται ἄνδρας ἀέξειν la riqueza sin virtud no suele enaltecer a los hombres Call.Iou.95, cf. Leon.l.c.
II intr.
1 gener. en v. med., de pers. crecer, desarrollarse νέον μὲν ἀέξετο de Telémaco Od.22.426, ἀέξετο δαίμονι ἶσος h.Cer.235, καλὰ μὲν ἠέξευ Call.Iou.55, cf. SHell.287.9
de partes del cuerpo (ἧπαρ) ἀέξετο ἶσον ἀπάντῃ νυκτός el hígado le crecía exactamente igual durante la noche Hes.Th.524, ἀεξομένων ἔτι γυίων desarrollándose todavía los miembros Sol.19.5
de plantas ποίη ... ἀέξετο Hes.Th.195, ὥς τοι ἕκαστα ὥρι' ἀέξηται para que cada fruto madure a su debido tiempo Hes.Op.394
de afectos anímicos crecer, aumentar χόλος Il.18.110, θυμός Hes.Th.641, Fr.317, μῆτις Emp.B 106, ἀέξετο πυρσὸς ἐρώτων Musae.90
mismo sent. en v. act. πένθος ἀέξει el dolor aumenta Q.S.1.116
de fenóm. nat. crecer, formarse οὐ μὲν γάρ ποτ' ἀέξετο κῦμα Od.10.93
de posesiones aumentar, prosperar ἔργον Od.14.66, πλοῦτος Hes.Op.377, οἶκος Call.Dian.131
de pers. prosperar en un epitafio prob. ref. a la vida eterna Beth She'arim 133 (imper.)
brotar, crecer rápidamente, surgir ἀμφὶ ... σέλματα πάντα ... θῆρες ἀεξήθησαν a lo largo de toda la cubierta (del barco) surgieron bestias salvajes Nonn.D.45.150.
2 de n. de tiempo avanzar, progresar, llegar a la mitad ἀέξετο ἱερὸν ἧμαρ se acercaba el mediodía, Il.8.66, μηνὸς ... ἀεξομένοιο Hes.Op.773.

• Etimología: *°H2u̯egs- ‘crecer’, cf. *H2u̯egs- > aaa. wahsan ‘crecer’, ai. vakṣaṇam ‘fuerza’; en grado cero *°H2ugs- > αὔξω; c. otros alarg. *H2u̯eH3g- > gót. wōkrs ‘interés’, ai. vāja- ‘fuerza’; *H2ug- > ai. ugrá- ‘poderoso’, cf. gót. aukan ‘crecer’, lat. augeo.

Greek Monotonic

ἀέξω: παλαιός ποιητ. τύπος του αὔξω (αὐξάνω), κυρίως στον ενεστ. και παρατ. χωρίς αύξηση· μεταγεν. ποιητές παραδίδουν μέλ. ἀεξήσω, αόρ. αʹ ἠέξησα, Μέσ. μέλ. ἀεξήσομαι, Παθ. αόρ. αʹ ἀεξήθην:
I. 1. αυξάνω, διευρύνω, καλλιεργώ, τρέφω, ενθαρρύνω, ισχυροποιώ· μένος μέγα θυμὸς ἀέξει, σε Ομήρ. Ιλ.· θυμὸν ἀέξειν, στο ίδ.· πένθος ἀέξειν, τρέφω θλίψη, σε Ομήρ. Οδ.· υἱὸν ἀέξειν, ανατρέφω τον γιο μέχρι να ανδρωθεί, μέχρι την ανδρική ηλικία, στο ίδ.· ἔργον ἀέξουσι θεοί, οι θεοί ευλογούν και προάγουν την εργασία, στο ίδ.
2. ανυψώνω, εξαίρω κάποιον μέσω των έργων του, δοξάζω, εκθειάζω, επαινώ· τὸ πλῆθος ἀέξειν, σε Ηρόδ.· μεγαλύνω, υπερβάλλω, μεγαλοποιώ· (ἀγγελίαν) μῦθος ἀέξει, σε Σοφ.
3. ἀέξειν βούταν φόνον, σε Ευρ.
II. Παθ., αυξάνομαι, γίνομαι μεγάλος· ἀέξετο, γινόταν ψηλός, σε Ομήρ. Οδ.· οὐ ποτ' ἀέξετο κῦμά γ' ἐν αὐτῷ, κανένα κύμα δεν υψωνόταν μέχρι αυτόν, στο ίδ.· χόλος ἐν στήθεσσιν ἀέξεται, σηκώνεται ψηλά, σε Ομήρ. Ιλ.· τόδε ἔργον ἀέξεται, ευδοκιμεί, ευοδώνεται, σε Ομήρ. Οδ.· ἀέξετο ἱερὸν ἦμαρ, πλησίαζε το μεσημέρι, σε Ομήρ. Ιλ.· παρομοίως και: κέρδος ἀέξεται, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

ἀέξω:
1) увеличивать, усиливать, расширять: μένος μέγα οἶνος ἀέξει Hom. вино укрепляет силы; θυμόν τινος ἀ. Hom. поднимать чей-л. дух; μέγα πένθος ἐνὶ στήθεσσιν ἀ. Hom. предаваться великой скорби; κῦμα ἀέξετο Hom. волна вздулась; χόλος ἀέξεται ἠύτε καπνός Hom. гнев поднимается словно дым; ἀέξετο ἦμαρ Hom. день разгорался; βούταν φόνον ἀ. Eur. приносить в жертву множество быков; τὰν (ἀγγελίαν) ὁ πολὺς μῦθος ἀέξει Soph. широкая молва раздувает эту весть;
2) растить, выращивать (υἱόν Hom.): Τηλέμαχος ἀέξετο Hom. Телемах подрастал; ὄμβρος ἀέξι Hom. дождь взращивает (урожай), ἀ. ἔργον τινί Hom. приумножать чье-л. благополучие; τόδ᾽ ἔργον ἀέξεται ἐμοί Hom. этот мой труд приносит плоды; ἐμὸν κέρδος ἀέξεται τόδε Aesch. в этом - моя удача;
3) возвеличивать, возвышать (τινά, πόλιν Pind.): τὸ πλῆθος ἀ. Her. призвать народные массы к власти.

Frisk Etymological English

See also: αὔξω, αὑξάνω.

Middle Liddell

[poetic form of αὔξω, compare αὐξάνω
I. to increase, enlarge, foster, strengthen, μένος μέγα θυμὸς ἀέξει Il.; θυμὸν ἀέξειν Il.; πένθος ἀ. to cherish woe, Od.; υἱὸν ἀ. to rear him to man's estate, Od.; ἔργον ἀέξουσι θεοί they bless the work, Od.
2. to exalt by one's deeds, to magnify, τὸ πλῆθος ἀέξειν Hdt.; to magnify, exaggerate, [ἀγγελίαν] μῦθος ἀέξει Soph.
3. ἀέξειν φόνον Eur.
II. Pass. to increase, grow, ἀέξετο he was waxing tall, Od.; οὐ ποτ' ἀέξετο κῦμα no wave rose high, Od.; χόλος ἐν στήθεσσιν ἀέξεται rises high, Il.; τόδε ἔργον ἀ. it prospers, Od.; ἀέξετο ἱερὸν ἦμαρ was getting on to noon, Il.; so, κέρδος ἀέξεται Aesch.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ἀέξω [~ αὔξω imperf. ἄεξον
1. act. met acc., causat.
2. doen groeien, vergroten, doen toenemen, vermeerderen:; αἴ … Διὸς θυγάτηρ … μοι φίλον υἱὸν ἀέξῃ als de dochter van Zeus mijn zoon zal doen opgroeien (tot man) Od. 13.360; πένθος ἀ. leed voeden Od. 11.195; τὰν ὁ μέγας μῦθος ἀέξει (een bericht) dat het machtige woord verspreidt Soph. Ai. 226; maken dat... zich (gunstig) ontwikkelt, doen gedijen:; θεὸς δ ’ ἐπὶ ἔργον ἀέξῃ en een god doet daarbij zijn werk gedijen Od. 14.65; van personen doen groeien in aanzien, meer macht of aanzien geven :. ῥεῖα... ἀρίζηλον μινύθει καὶ ἄδηλον ἀέξει gemakkelijk maakt hij (Zeus) een aanzienlijk man onaanzienlijk en\n een onaanzienlijk man aanzienlijk Hes. Op. 6; τίθεμαι ὦν γνώμην μετέντας ἡμέας μουναρχίην τὸ πλῆθος ἀέξειν mijn voorstel is dus dat wij de monarchie laten varen en het volk meer macht geven Hdt. 3.80.6.
3. verheerlijken. Pind.
4. pass. groeien, toenemen:; ὄφρα … ἀέξετο ἱερὸν ἦμαρ zolang de heilige dag groeide (d.w.z. zolang de zon steeg) Hom ; zich (gunstig) ontwikkelen, gedijen :. τόδε ἔργον ἀέξεται dit werk gedijt Od. 14.66; οὐ … ποτ ’ ἀέξετο κῦμά γ ’ ἐν αὐτῷ nooit rees er daarin (in die haven) een golf op Od. 10.93.