Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀλλήλων

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἀλλήλων Medium diacritics: ἀλλήλων Low diacritics: αλλήλων Capitals: ΑΛΛΗΛΩΝ
Transliteration A: allḗlōn Transliteration B: allēlōn Transliteration C: allilon Beta Code: a)llh/lwn

English (LSJ)

Aeol. and Dor. ἀλλάλων, gen. pl., dua. ἀλλήλοιν, Ep.

   A ἀλλήλοιϊν Il.10.65, fem. -αιν X.Mem.2.3.18 codd.: dat. ἀλλήλοις, αις, οις, dual ἀλλήλοιν: acc. ἀλλήλους, ας, a, dual ἀλλήλω (fem.) X.Mem. 2.3.18, cf. LXX Ge.15.10, al.: the dual is rare in Prose : sg., κεράμὡ ἁρμόττοντι πρὸς ἄλληλον IG2.1054.59 : (redupl. from ἄλλος) :—of one another, to one another, one another; hence, mutually, reciprocally, used of all three persons, Il.4.62, Od.1.209, etc.: freq with Preps., ἐν ἀλλήλοισι among one another, Pi.P.4.223,etc.; τούτω..ἐν ἀλλήλαισι A.Pers.188; πρὸς ἀλλήλους, εἰς ἄλληλα, Id.Pr.491,1086 ; ἐπί, πρὸς ἀλλήλοις, Od.22.389, A.Pers.506, Ag.654; ἐξἀλλήλων X.Mem. 4.4.23 ; κύκλὡ καὶ ἐξ ἀλλήλων δείκνυσθαι Arist.APr.57b18 ; παρ' ἀλλήλους, -α, Pl.Grg.472c, Phdr.264b ; ἡ δι' ἀλλήλων δεῖξις reciprocal proof, Arist.APr.59a32,cf.D.L.9.89, etc.; μετ' ἀλλήλων Arist.Pr. 953b32 ; πρὸς αὑτὰ καὶ πρὸς ἄλληλα Pl.γργ. 451c; ὑπ' ἀλλήλων A.Th. 821 (Wrongly interpreted by Gramm. as ἑαυτούς, -ῶν, Il.12.105, Th.2.70, E.Fr.1124.)

German (Pape)

[Seite 103] ohne nom., von ἄλλος, im dual. bei Hom., ἀλλήλοιιν Versende Iliad. 10, 65. 13, 708. 16, 765 Od. 18. 38. 19, 384. 21, 15; ἀλλήλω v. l. Od. 21. 36, s. Eustath. Od. 21, 35 p. 1900, 31; 21, 36 p. 1900, 83: – einer des andern, unter einander, wechselseitig. Von Hom. an überall gebräuchlich z. B. Il. 6, 3 ἀλλήλων ἰθυνομένων χαλκήρεα δοῦρα, Scholl. Ariston ἡ διπλῆ, ὅτι ἀντὶ τοῦ ἐπ' ἀλλήλους ἰθυνόντων, indem sie auf einander schossen; – Od. 12, 102 πλησίον ἀλλήλων für ἑτέρου, nach dem Sinne construirt, sie stehen nahe bei einander; oder es muß vom Vorhergehenden durch Interpunction so getrennt werden, daß es einen eigenen Satz bildet, πλησίον ἀλλήλων εἰσίν, vgl. Scholl. Nicanor; – Pind. ἀλλάλοισιν ἀμειβόμενοι, sich gegenseitig unterhaltend, P. 4, 93; γάμον μῖξαι ibid. 223; Plat. οὔτε ἑαυτοῖς οὔτε ἀλλήλοις ὁμολογοῦσιν Phaedr. 237 c; πρὸς αὑτὰ καὶ πρὸς ἄλληλα Gorg. 451 c; – Stellen wie Thuc. 2, 70. 3, 81 nöthigen nicht, ἀλλήλους für ἑαυτούς zu nehmen; eben so wenig Eur. Suppl. 698; – ὁ δι' ἀλλήλων τρόπος der Zirkelschluß in der Logik. – Adv. ἀλλήλως, wechselseig, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἀλλήλων: γεν. πληθ., δυϊκ. ἀλλήλοιν (ὀνομαστικὴ εἶναι ἀδύνατος): δοτ. ἀλλήλοις, αις, οις, δυϊκ. ἀλλήλοιν: αἰτ. ἀλλήλους, ας, α. Κατὰ διπλασιασμὸν ἐκ τοῦ ἄλλος, Λατ. alter alterius, alter alteri, alter alterum· ἐντεῦθεν, ἀμοιβαίως, ἐν χρήσει καὶ ἐπὶ τῶν τριῶν προσώπων, Ἰλ. Δ. 62, Ὀδ. Α. 209, κτλ.: ― ἐν Ὀδ. Μ. 102, κατὰ τὴν κοινὴν στίξιν, ἀλλήλων πρέπει νὰ ληφθῇ ἀντὶ τοῦ ἑτέρου· ἀλλ’ ἐὰν τὸ σημεῖον τῆς στίξεως τεθῇ μετὰ τὸ πλησίον (ἴδε Σχολ.), οὐδεμία ὑπάρχει δυσκολία. Τοῦ δυϊκοῦ ὁ Ὅμηρ. μεταχειρίζεται τὴν δοτικὴν ἀλλήλοιιν ἀντὶ ἀλλήλοιν, ἴσως καὶ ὡς γεν. Ἰλ. Κ. 65· ἀλλὰ τούτω… ἐν ἀλλήλαισι, Αἰσχύλ. Πέρσ. 188· ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ ὁ δυϊκὸς εἶναι σπάνιος. Συχνάκις μετὰ προθέσεων, ἐν ἀλλήλοις, μεταξὺ ἀλλήλων, Πινδ. Π. 4. 379, κτλ., εἰς ἀλλήλους, πρὸς ἀλλήλους, Αἰσχύλ. Πρ. 491, 1087· ἐπὶ ἢ πρός: ἀλλήλοις, Ὀδ. Χ. 389, Αἰσχύλ. Πέρσ. 506, Ἀγ. 654· ἐξ ἀλλήλων, Ξεν. Ἀπομ. 4. 4, 23, Ἀριστ., παρ’ ἀλλήλων, Ἡρόδ. παρ’ ἀλλήλους, -α, Πλάτ. Γοργ. 472C, Φαῖδρ. 264B· δι’ ἀλλήλων, Ἀριστ. Ἀν. Πρ. 2. 5, 3, κτλ., μετ’ ἀλλήλων, ὁ αὐτ. Προβλ. 30. 1· ὑπ’ ἀλλήλων, Αἰσχύλ. Θήβ. 821.

French (Bailly abrégé)

gén. pl. sans nomin;
dat.
-οις, -αις, -οις ; acc. -ους, -ας, -α ; duel gén. -οιν, -αιν, -οιν ; acc. -ω, -α, -ω;
les uns les autres.
Étymologie: ἄλλος redoublé.

English (Autenrieth)

(ἄλλος, ἄλλος), gen. du. ἀλλήλοιιν, Il. 10.65: each other, one another, mutually.

English (Abbott-Smith)

ἀλλήλων (gen. pl.), dat. -οις, -αις, acc. -ους, -ας, -α (no nom.), recipr. pron. (< ἄλλος),
of one another, mutually: Mt 25:32, Mk 4:41, Jo 13:22, al.

English (Strong)

Genitive plural from ἄλλος reduplicated; one another: each other, mutual, one another, (the other), (them-, your-)selves, (selves) together (sometimes with meta or pros).

English (Thayer)

genitive plural (no nominative being possible); dative (οις, (αις, (οις; accusative (ους, (ας, one another; reciprocally, mutually: Homer down.)

Greek Monolingual

ἀλλήλων (ΑΜ)
(αλληλοπαθής αντωνυμία σε γενική πληθυντικού τών τριών γενών, δίχως ονομαστική
δηλώνει αμοιβαία ενέργεια ή κατάσταση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα ή πράγματα αμοιβαία)
ο ένας τον άλλον, ο ένας στον άλλον, ο ένας προς τον άλλον.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. συνδέεται ετυμολογικά με το επίθ. άλλος. Από αρχικό ἄλλος ἄλλοιιν > ἀλλοαλλοιιν > ἀλλάλλ- (με κράση ή με έκταση του β΄ φωνήεντος λόγω της συνθέσεως), απ’ όπου με απλοποίηση του δεύτερου -λ- ἀλλάλ-, ἀλλήλ-. Κατ' άλλους ο τ. προήλθε από διαφορετικές φραστικές ενότητες (θηλυκού: ἀλλᾶ-ἄλλᾶν ή ουδετέρου: 'ἄλλα-ἄλλα).
ΠΑΡ. αρχ. ἀλληλίζω
μσν.- νεοελλ.
αλλήλως].

Greek Monotonic

ἀλλήλων: γεν. πληθ. (η ονομ. θεωρείται αδύνατη)· δοτ. ἀλλήλοις, -αις, -οις· αιτ. ἀλλήλους, -ας, · δυικ. γεν. και δοτ. ἀλλήλοιν, Επικ. ἀλλήλοιϊν, αναδιπλ. από το ἄλλος, ο ένας με τον άλλο, ο ένας στον άλλο, σε Όμηρ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἀλλήλων: дор. ἀλλάλων (λᾱ) (только dual. n gen., dat. и acc. pl.) взаимно, между собой, друг друга: ἐριδαίνετον ἀλλήλοιϊν Hom. (оба) они спорят между собой; ὑποείκειν τι ἀλλήλοισιν Hom. уступить в чем-л. друг другу; παραβαλόντες παρ᾽ ἀλλήλους σκεψώμεθα, εἴ τι διοίσουσιν ἀλλήλων Plat. сравним (их) друг с другом и посмотрим, отличаются ли они в чем-л. между собой.

Middle Liddell

[redupl. from ἄλλος
of one another, to one another, one another, Hom., etc.