Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμετάβλητος

Revision as of 17:30, 31 December 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "   <span class="bld">" to "<span class="bld">")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀμετάβλητος Medium diacritics: ἀμετάβλητος Low diacritics: αμετάβλητος Capitals: ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΟΣ
Transliteration A: ametáblētos Transliteration B: ametablētos Transliteration C: ametavlitos Beta Code: a)meta/blhtos

English (LSJ)

ον, hyperdor. A -ατος Philol.21, unchangeable, κόσμος l.c., cf. Arist.Metaph.1019a27; ἄτομα καὶ ἀ. Epicur.Ep.1p.7U.; ἀ. εἰς ἄλλα Ti.Locr.98c. 2 unchanged, J.AJ 15.7.5; τὸ ἀμετάβλητον Plu.2.1011a: Gramm., not inflected, A.D. Synt.322.26; of food, not transformed by digestion, Gal.6.575, cf. Thphr.CP6.10.2. Adv. -τως Iamb.Protr. 21.κσ, Hierocl. in CA 1p.420M.; and ἀμετα-τί, gloss on ἀσπερχές, Sch.Il.16.61.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 122] unveränderlich, Tim. Locr. 98 c; Alc Mess. 2 (XII, 30) ἡλικία, wo andere -κλητος lesen wollen, Plut.; τὸ ἀμετάβλητον, liquida, Schol. Il. 4. 11, u. a. Gramm., wie Draco u. Sp. – Adv. -βλητί. Schol. Il. 16, 61.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμετάβλητος: -ον, ὁ μὴ μεταβαλλόμενος, Φιλόλαος παρὰ Στοβ. Ἐκλογ. 1. 420, Ἀριστ. Μεταφ. 4. 12, 4. ἀμ. εἰς ἄλλα Τίμ. Λοκρ. 98C: τὸ ἀμετάβλητον = τῷ προηγ., Πλούτ. 2.1011Α. Ἐπίρρ. -τως Ἰάμβλ. καὶ -τὶ Σχόλ. εἰς Ἰλ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
immuable ; τὸ ἀμετάβλητον l’immutabilité.
Étymologie: ἀ, μεταβάλλω.

Spanish (DGE)

-ον

• Alolema(s): hiperdor. -ατος Philol.B 21
I inalterado, no cambiado σιτίον νέοισιν ἀκροσαπές, γέρουσιν ἐς τέλος μεταβεβλημένον, ἀκμάζουσιν ἀμετάβλητον alimento para los jóvenes un poco pasado, para los viejos totalmente preparado, para los adultos inalterado Hp.Alim.41, τῇ χρόᾳ τῆς σαρκὸς ἀμεταβλήτῳ πρὸς τὸν θάνατον ἀπῄει con el color de la piel inalterado caminó hacia la muerte I.AI 15.236.
II 1fil. inmutable, inmodificable, que no cambia de abstr., gener. los primeros principios, la divinidad, etc. Ἀναξίμανδρος ... ἔφασκεν ... τὸ ... πᾶν ἀμετάβλητον εἶναι D.L.2.1.1 (= Anaximand.A 1), τὸ εἶναι πάντα ἓν καὶ τοῦτο ὑπάρχειν θεὸν ... ἀμετάβλητον Xenoph.A 35, καὶ τὸ μὲν ἀμετάβλατον αὐτοῦ (sc. τοῦ κόσμου), τὸ δὲ μεταβάλλον ἐστί Philol.B 21, ἀρρυθμίστου ὄντος καὶ ἀμεταβλήτου (sc. τῆς φύσεως) siendo (la naturaleza) sin forma e inmutable Arist.Metaph.1014b28, cf. τῆς μὲν ἀτρέπτου καὶ ἀμεταβλήτου ... φύσεως Ph.2.410, τὴν ἀ. καὶ μακαρίαν καὶ τρισευδαίμονα θείαν φύσιν Ph.2.329, ἀκίνητος ... καὶ ἀ. φύσις Alex.Aphr.in Metaph.311.5, ὅσαι ἕξεις καθ' ἃς ἀπαθῆ ὅλως ἢ ἀμετάβλητα ἢ μὴ ῥᾳδίως ἐπὶ τὸ χεῖρον εὐμετακίνητα cuantos estados por los que las cosas no son afectadas o son inmutables o no pueden cambiarse fácilmente hacia lo peor (son llamados potencias), Arist.Metaph.1019a27, ἐν νοητοῖς ... αὐτὴν (sc. θεωρίαν) τιθέασιν ὡς ἀκινήτοις καὶ ἀμεταβλήτοις colocan éste (el estudio de los primeros principios) entre los objetos de razón por ser éstos inamovibles e incambiables Thphr.Metaph.1, ταῦτα δέ ἐστιν ἄτομα καὶ ἀμετάβλητα Epicur.Ep.[2] 41, ἀμετάβλητόν τε σῶμα εἰς ἄλλα Ti.Locr.98c, ἄτρεπτος δὲ καὶ ἀ. ὁ θεός Ph.1.155, βίον ἄλυπον καὶ μακάριον καὶ ἀ. Plu.2.99e, κατ' οὐσίαν ἀ. Plu.2.954f, εἴτ' ἀπαθῆ καὶ ἀμετάβλητα ... εἴτ' ἀλλοιοῦσθαί τε καὶ μεταβάλλεσθαι δυνάμενα Gal.1.587, ἐν τῷ καταγράφω, εἰ μὲν συνῆπται τὰ τῆς προθέσεως, πάντως καὶ ἀμετάβλητα κατὰ τὸν προειρημένον λόγον en καταγράφω si la preposición forma compuesto será absolutamente invariable (e.d. la palabra no admite flexión interna), A.D.Synt.322.26, ἡ ἀρχὴ ... κατ' οὐσίαν ἀ. Alex.Aphr.in Metaph.24.5, cf. 180.24, τὴν ἀμετάβλητον αὐτοῦ (τοῦ ἡλίου) ... δόσιν el don inmutable del sol Iambl.Myst.7.3, τῶν θεῶν μενόντων ἀμεταβλήτων Procl.in R.1.39.2, tb. en compar., Procl.in R.1.35.1, 3, ὁ ... λόγος ... ἀδιαίρετός τε καὶ ἀ. Ammon.in Int.135.25, μιᾷ καὶ ὡρισμένῃ καὶ ἀμεταβλήτῳ γνώσει Ammon.in Int.136.3, cf. tb. βέβαιον ... ἀσφαλές, ἀ., ... ἀκίνητον Poll.6.116
subst. τὸ ἀ. inmutabilidad δυνάμεις ψυχρότητός εἰσι, τὸ ἐμβριθὲς τὸ πυκνὸν τὸ μόνιμον τὸ ἀμετάβλητον son cualidades propias de lo frío la pesadez, la solidez, la estabilidad, la inmutabilidad Plu.2.953c
pero del estilo reiteración, monotonía κοπώδη τῷ ἀμεταβλήτῳ τὴν φράσιν Plu.2.1011a.
2 medic. de alimentos, junto c. otros adjetivos cuasisinónimos indigerible, no metabolizable τὸ δ' ἁλμυρὸν ἀσαπὲς καὶ ἀμετάβλητον δι' ὅπερ οὔτε φύεται οὐδὲν ἐξ αὐτοῦ οὔτε αὐτοτελὲς οὐδέν lo salado es incorruptible y no se puede metabolizar por lo cual nada nace de ello ni tiene actividad propia Thphr.CP 6.10.2, ἀναλλοίωτόν τε καὶ ἀχύλωτον καὶ ἀ. Gal.6.575.
3 de pers. en sent. positivo constante ἀγαθοί, ἀμετάβλητοι, δίκαιοι Vett.Val.9.17
en sent. peyor. terco, tozudo πονηροὶ ... φονικοί, προδόται, ἀμετάβλητοι Vett.Val.10.30, cf. 12.4.
4 de palabras que hacen referencia a vibraciones intermitentes regular, ininterrumpido, continuo σφυγμός ἀ. Philum.Ven.16.3.
III adv. -ως continua, inmutablemente, sin cambiar ἐπιμόνως καὶ ἀ. Iambl.Protr.21κςʹ, ἀϊδίως καὶ ἀ. Hierocl.in CA 1.16 cf. Procl.Inst.124.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀμετάβλητος, -ον)
1. αυτός που δεν μεταβλήθηκε ή δεν μπορεί να μεταβληθεί, αναλλοίωτος, σταθερός
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἀμετάβλητο(ν)
αμεταβλησία, σταθερότητα
αρχ.-μσν.
επίρρ. ἀμεταβλήτως και ἀμεταβλητί.
[ΕΤΥΜΟΛ. - στερ. + μεταβλητός.

Russian (Dvoretsky)

ἀμετάβλητος: неизменяемый, неизменный Arst., Sext., Plut.: ἀ. εἴς τι Plat. не превращающийся ни во что.