Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπίθανος

Revision as of 11:35, 10 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "''' <b class="num">1)" to "'''<br /><b class="num">1)")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀπίθᾰνος Medium diacritics: ἀπίθανος Low diacritics: απίθανος Capitals: ΑΠΙΘΑΝΟΣ
Transliteration A: apíthanos Transliteration B: apithanos Transliteration C: apithanos Beta Code: a)pi/qanos

English (LSJ)

[ῐ], ον,

   A incredible, unlikely, Pl.Lg.663e, Arist.Po.1461b12; φαντασίαι Stoic.2.25: Comp. ἔτι -ώτερον εἰ . . Str.1.2.22.    2 of persons, not to be trusted or relied on, πρός τι in a matter, Aeschin. 2.3.    b unpersuaded, unconvinced, ἀ. ἂν εἴη Pl.Prm.133c.    II not having confidence to do a thing, c. inf., Plu.Nic.3.    III not persuasive, unconvincing, λόγος Pl.Phdr.265b, cf. Arist.Rh.1406b14, 1408b22; ὁρίζειν τὸν ἀριθμὸν ἀπίθανον Ael.Tact.8.1; ἀ. λέγειν, of persons, Plu.2.812e, cf. 819c; ἀ. ζωγράφος Luc.Ind.22; ἀ. ἐν τῇ ὑποκρίσει Id.Pseudol.16. Adv.-νως not persuasively, coarsely, rudely, Isoc.5.26, D.H.Lys.17, Epicur.Ep.2p.35U., etc.

German (Pape)

[Seite 291] 1) nicht überzeugend, nicht leicht Glauben findend, λόγος Plat. Phaedr. 265 b; πρὸς τὴν ὑποψίαν Aesch. 2, 3; δικαιολογία Pol. 30, 4; unglaublich, μυθολόγημα Plat. Legg. II, 663 a; ἀπιθάνως ἀναγιγνώσκειν Isocr. 5, 26; ἀπίθανόν τι, etwas ungehöriges, Pol. 30, 17; Luc.; Plut. ἀπ. καὶ λόγον οὐκ ἔχων. – 2) nicht leicht glaubend, Plat. Parm. 133 b, Schol. δύσκολος καὶ μὴ ῥᾳδίως πειθόμενος.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπίθᾰνος: -ον, ἐπὶ πραγμάτων, ὁ μὴ πιθανός, ὡς καὶ νῦν, τὸ μυθολόγημα οὕτως ἀπίθανον ὄν Πλάτ. Νόμ. 663Ε, Ἀριστ. Ποιητ. 25. 27. 2) ἐπὶ προσπώπων, ὃν δὲν δύναταί τις να πιστεύσῃ ἢ ἐμπίστευθῇ, πρός τι, ἔν τινι πράγματι, Αἰσχίν. 28. 12. β. ὁ μὴ πεισθείς, μὴ καταπεισθείς, ἀπ. ἂν εἴη Πλάτ. Παρμ. 133Β. ΙΙ. ὁ μὴ ἔχων πεποίθησιν εἰς τὸ νὰ πράξῃ τι, μετ’ ἀπαρεμφάτου, Πλούτ. Νικ. 3. ΙΙΙ. ὁ μὴ πείθων, μὴ πειστικός, λόγος, Πλάτ. Φαῖδρ. 265Β· πρβλ. Ἀριστ. Ῥητ. 3. 3. 4., 8. 1· ἀπ. λέγειν, ἐπὶ προσώπων, Πλούτ. 2. 812Ε, πρβλ. 819C· ἀπ. Ζωγράφος Λουκ. πρὸς ἀπαίδ. 22: - Ἐπίρρ. -νως, οὐχὶ πειστικῶς, τραγέως, ἀγροίκως, Ἰσοκρ. 87C· καὶ συχνάκις παρὰ μεταγεν.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 non persuasif;
2 incroyable, invraisemblable.
Étymologie: ἀ, πίθανος.

Spanish (DGE)

(ἀπίθᾰνος) -ον

• Prosodia: [-ῐ-]
I 1que no confía en, que desconfía de c. inf. τῇ Κλέωνος εὐχερείᾳ ... ἀντιπαρεξάγειν ἀπίθανος ὤν Plu.Nic.3.
2 poco de fiar, no fiable de Demóstenes ἀπίθανος ὢν πρὸς τὴν ὑποψίαν ταύτην Aeschin.2.3, ἀ. πρὸς ὁμιλίαν Plu.2.819c.
II no persuasivo, no convincente de pers., c. inf. ἀπίθανος ... εἴμ' ἀεὶ ἐν τῷ λαλεῖν Men.Dysc.145, λέγειν Plu.2.812e
sin inf. ζωγράφος Luc.Ind.22, ἀ. ἐν τῇ ὑποκρίσει Luc.Pseudol.6
de abstr. λόγος Pl.Phdr.265b, ψεῦδος Plb.2.58.12, μῦθος Plb.12.24.5, κάλλος Plu.2.685e, ὑπόκρισις POxy.1086.2.65, πρᾶγμα Phld.Po.C 4.23 ὁρίζειν ... τὸν ἀριθμὸν τοῦ στρατεύματος ἀπίθανον Ael.Tact.8.1
de ahí tb. inverosímil, absurdo μυθολόγημα Pl.Lg.663e, φαντασίαι Chrysipp.Stoic.2.25.6, συρφετολογίαι Didym.Trin.1.18, cf. Arist.Po.1461b12, Plb.30.4.11
subst. τὸ ... ἀπίθανον αὐτῶν ὁρᾶτε Diog.Oen.35.2.14.
III adv. -ως no persuasivamente, con rudeza Isoc.5.26, D.H.Lys.17, Epicur.Ep.[3] 84, Plu.2.31e.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀπίθανος, -ον)
(για πράγματα) ο μη πιθανός, μη ευλογοφανής, απίστευτος
νεοελλ.
(για πρόσωπα μτφ.) εξαίρετος, θαυμάσιος
αρχ.
(για πρόσωπα)
1. αυτός που δεν γίνεται εύκολα πιστευτός
2. αυτός που δεν πείθει τους άλλους.

Greek Monotonic

ἀπίθᾰνος: [ῐ], -ον, λέγεται για πράγματα·
I. 1. αυτός που δεν κερδίζει την εμπιστοσύνη, απίστευτος, αυτός που δεν έχει πιθανότητες με το μέρος του, σε Πλάτ.· λέγεται για επιχειρήματα, αυτός που δεν μπορεί να πείσει, που δεν διαθέτει πειθώ, στον ίδ.
2. λέγεται για πρόσωπα, αναξιόπιστος, αυτός τον οποίο δεν μπορεί κάποιος να πιστέψει ή να εμπιστευθεί, σε Αισχίν.
II. αυτός που δεν έχει (αυτο)πεποίθηση να κάνει κάτι, με απαρ., σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

ἀπίθᾰνος:
1) невероятный, неправдоподобный, неубедительный Plat., Arst., Polyb., Plut.;
2) неопровергнутый: ἀ. ἂν εἴη ὁ ἀναγκάζων … Plat. было бы невозможно убедить того, кто стал бы утверждать …;
3) неспособный, не умеющий (ποιεῖν τι Plut.).

Middle Liddell


I. not winning belief, incredible, unlikely, improbable, Plat.:—of arguments, not persuasive, unconvincing, Plat.
2. of persons, not to be trusted, Aeschin.
II. not having confidence to do a thing, c. inf., Plut.