Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀρτάω

Revision as of 13:41, 2 October 2019 by Spiros (talk | contribs) (1a)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἀρτάω Medium diacritics: ἀρτάω Low diacritics: αρτάω Capitals: ΑΡΤΑΩ
Transliteration A: artáō Transliteration B: artaō Transliteration C: artao Beta Code: a)rta/w

English (LSJ)

fut.

   A -ήσω AP6.245 (Diod.): aor. I ἤρτησα E.Andr.811, etc.: pf. ἤρτηκα (προσ-) Arr.Epict.1.1.14:—Pass., pf. ἤρτημαι E. Hipp.857, Ion. 3pl. ἀρτέαται Hdt.1.125: aor. ἠρτήθην (προσ-) Man. 4.199:—fasten to or hang one thing upon another, τι ἀπό τινος Th.2.76; ἀ. δέρην hang, E.Andr. l. c.; ἱμᾶσιν . . ἀρτήσας δέμας having bound, Id.Hipp.1222:—Med., βρόχους ἀρτωμένη fastening halters to one's neck, Id.Tr.1012; ἀρτήσαντο Orph.A.1096: but,    II more freq. Pass., to be hung upon, hang upon, ἠρτῆσθαι ἔκ τινος E.Hipp. 857, Pl.Ion533e, etc.; ἐν βρόχοις E.Hipp.779.    2 ἀρτᾶσθαι ἔκ τινος depend upon, Hdt.3.19, 6.109, al.; ἐξ ὧν ὧλλοι ἀρτέαται Πέρσαι on whom the rest of the Persians depend, i.e. whom they acknowledge as their chiefs, Id.1.125; so παρρησία ἐξ ἀληθείας ἠρτημένη D. 60.26; ἀπὸ ταὐτοῦ ἠ. Arist.MM1209a22; ἐντεῦθεν Id.Juv.469b15; τοῦ στόματος Ael.NA4.51; τῶν χειρῶν Philostr.Im.2.23, etc.; αἰτίου, ἀπ' αἰτίας, Porph.Sent.14. (Contr. from ἀερτάω (cf. ἀν-αερτάω), cf. ἀείρω 'attach'.)

German (Pape)

[Seite 361] (ἄρω), aufknüpfen, aufhängen, δέρην Eur. Ant. 812, vgl. Tr. 1012 Hipp. 779; Thuc. 2, 76; λίθους Xen. An. 3, 5, 10; gew. pass., bes. perf., angeknüpft, befestigt sein, Cyr. 9, 2, 15; ἐν βρόχοις ἠρτημένη, in der Schlinge hangend, Eur. Hipp. 799; wovon herabhängen, ἔκ τινος, übertr., wovon abhangen, vgl. Plat. Theaet. 156 a Legg. I, 631 b; αἱ ἐξ ἡμῶν ἠρτημέναι πόλεις Xen. Hell. 6, 1, 4; παῤῥησία ἐκ τῆς ἀληθείας ἠρτημένη Dem. 60, 26; auch bloßer gen., ἤρτηται πᾶσα ἡ ἀρχὴ τῆς ὑμετέρας ἀνδρείας Hdn. 4, 14, 14; Sp. auch ἀπό. – Med., für sich anknüpfen, Eur. Tr. 1042; aor., Con. 35. S. ἀρτέω.

Greek (Liddell-Scott)

ἀρτάω: μέλλ ήσω, Ἀνθ. Π. 6. 245· ἤρτησα Εὐρ. κτλ.: πρκμ. ἤρτηκα (προσ-) Ἀρρ. Ἐπίκτ. 1. 1, 14: - Παθ., πρκμ. ἤρτημαι Ἡρόδ., Εὐρ., κλ., Ἰων. γ΄ πλ. ἀρτέαται (ἴδε κατωτ.): ἀόρ. ἠρτήθην (προσ-) Μανέθ. 4. 199. - Πρβλ. ἀν-, ἐξ-, κατ-, προσαρτάω: (*ἄρω). Ἀρτῶ τι ἀπό τινος μέρους, κρεμῶ, τι ἀπό τινος Θουκ. 2. 76· ἀρτ. δέρην Εὐρ. Ἀνδρ. 811· ἥρπασ’ ἡνίας χεροῖν, ἕλκει δὲ κώπην ὥστε ναυβάτης ἀνὴρ ἱμᾶσιν ἐς τοὔπισθεν ἀρτήσας δέμας, κρεμάσας, κλίνας τὸ σῶμα πρὸς τὰ ὀπίσω, ὁ αὐτ. Ἱππ. 1222: - Μέσ., βρόχους ἀρτωμένη, «ἀρτωμένη βρόχῳ· ἀπαγχομένη» (Ἡσύχ.) Εὐρ. Τρῳ. 1012· οὕτως ἀρτήσαντο Ὀρφ. Ἀργ. 1101· - ἀλλὰ ΙΙ. συνήθως ἐν τῷ παθ., κρέμαμαι ἔκ τινος, τί δή ποθ’ ἥδε δέλτος; ἐκ φίλης χερὸς ἠρτημένη θέλει τι σημῆναι νέον; Εὐρ. Ἱππ. 857, Πλάτ. Ἴων 533E, κτλ.· ὡσαύτως ἐν βρόχοις Εὐρ. Ἱππ. 779. 2) ἀρτᾶσθαι ἔκ τινος, ἐξαρτᾶσθαι, Λατ. pendere ab aliquo, Ἡρόδ. 3. 19., 6. 109, κ. ἀλλ.· ἐξ ὧν ὧλλοι… ἀρτέαται Πέρσαι, ἐξ ὧν οἱ λοιποὶ Πέρσαι ἐξηρτῶντο, ὅ ἐ. οὓς ἐθεώρουν ὡς ἀρχηγούς αὑτῶν, ὁ αὐτ. 1. 125· οὕτω, παρρησία ἐξ ἀληθείας ἠρτημένη Δημ. 1397. 1· καὶ ἀπὸ ταὐτοῦ ἠρτ. Ἀριστ. Μεγ. Ἠθ. 2. 11, 11· ἐντεῦθεν ὁ αὐτ. περὶ Νεότητ. 4. 5, Αἰλ. π. Ζ. 4. 51, Φιλόστρ. 848, κτλ., Πρβλ. ἐξαρτάω, ἀρτέομαι.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
f. ἀρτήσω, ao. ἤρτησα, pf. inus.
Pass. ἤρτημαι;
1 pendre, suspendre : δέρην EUR se pendre litt. suspendre son cou ; τι ἀπό τινος ἀ. THC suspendre une chose à une autre ; Pass. être suspendu : ἔκ τινος EUR à qch;
2 fig. rattacher à ; Pass. être suspendu à, dépendre de, se rattacher à, ἔκ τινος.
Étymologie: ἀρτός, adj. verb. de αἴρω.

Spanish (DGE)

• Morfología: [jón. perf. 3a plu. ἀρτέαται Hdt.1.25]
A tr. colgar, suspender ἀρτῆσαι δέρην poner un lazo al cuello E.Andr.811, δοκοὺς μεγάλας ἀρτήσαντες ἁλύσεσι ... ἀπὸ τῆς τομῆς Th.2.76, λέβητά τε ἤρτησαν ἁλύσεσι colgaron un caldero con cadenas Th.4.100, λίθους ἀρτήσας X.An.3.5.10, τόδε λωπίον ἐν προπυλαίοις AP 6.245 (Diod.)
en v. pas. ἥδε δέλτος ἐκ ... χειρὸς ἠρτημένη E.Hipp.857, ἱμᾶσιν ἀρτήσας δέμας E.Hipp.1222, κρεμαστοῖς ἐν βρόχοις ἠρτημένη E.Hipp.779, θριγκοῖς ὑπ' αὐτοῖς σκῦλ' ὁρᾷς ἠρτημένα; ¿ves los despojos humanos colgados debajo de las mismas cornisas? E.IT 74, σπαρτίος ἠρτημένη πλάστιγγα Ar.Pax 1247, χαλινοὶ καὶ ἐφίππια ἐξ ἱμάντων ἠρτημένα ἐστί X.Eq.Mag.8.4, ἠρτημένον ἐξ προθύροισι τοῖσι τεοῖσιν Theoc.23.36.
B en v. med.-pas.
I 1colgarse, ahorcarse βρόχους ἀρτωμένη colgándose de un lazo E.Tr.1012, cf. Orph.A.1096.
2 prenderse ἤρτητο δὲ ἀμφοῖν ... ὑπὲρ τὴν κεφαλὴν ἡ καλύπτρα el velo se prendía con ambas (manos) por encima de la cabeza Ach.Tat.1.1.12, ὁ δ' ἤρτηται τῶν χειρῶν éste está prendido de sus manos Philostr.Im.2.23, ὁρμαθὸς μακρὸς ... σιδηρῶν δακτυλίων ἐξ ἀλλήλων ἤρτεται una gran cadena está formada por anillos prendidos unos de otros Pl.Io 533e.
3 fig. estar en suspenso τῆς διανοίας αὐτῶν ἠρτημένης Ath.Al.Inc.26.26
estar pendiente (δίκαι) ἠρτημέναι (trad. de lat. lites pendentes) Iust.Const.δέδωκεν 23.
II 1pender τὰ κῶλα ... ἤρτηται ἐκ τῶν μεσοκώλων el intestino pende del mesocolon Hp.Epid.6.4.6, Oss.1
estar unido a, proceder de αἱ φλέβες ... ἐκ τῆς καρδίας Arist.Iuu.474b8, τοῦ σώματος Ael.NA 4.51.
2 fig. proceder, depender c. ἐκ o ἀπό y gen. ἐκ τῶν θείων Pl.Lg.631b, παρρησίαν ἐξ ἀληθείας ἠρτημένην D.60.26, cf. 9.39, ἀπὸ ταὐτοῦ Arist.MM 1209a22, ἀπὸ ἀνδρὸς ἑνός Paus.9.5.16, ἀπ' αἰτίου τινός Porph.Sent.14, ἐξ ἀνάγκης Chrysipp.Stoic.2.273, ἐξ ὧν ὧλλοι πάντες ἀρτέαται Πέρσαι a quienes reconocen como superiores todos los demás persas Hdt.1.125, c. gen. νοῦς ... ἠρτημένος ... ἐκείνης (sc. ψυχῆς) Plot.3.2.16, (τὰ ἐσπουδασμένα) ὅσα τῶν ἀριθμῶν ἤρτηται (el ejercicio intelectual) que tiene relación con los números Eun.VS 457, c. adv. ἐντεῦθεν Arist.Iuu.469b15, κἀκεῖθεν Plot.3.3.4.
3 gram. depender de, construir con c. ἐκ y gen. τὸ ῥῆμα τὸ ἐκ τούτων ἐκ καταφάσεως ἠρτημένον μόριον A.D.Synt.16.3, cf. 293.20.

• Etimología: Quizá de *αϝερτάω, deverbativo de αἴρω, q.u., aunque el tipo es poco frecuente.

Greek Monotonic

ἀρτάω: μέλ. -ήσω, αόρ. βʹ ἤρτησα — Παθ. παρακ. ἤρτημαι, Ιων. γʹ πληθ. ἀρτέαται (*ἄρω
I. εξαρτώ ή κρεμώ κάτι επάνω σε κάτι άλλο, τι ἀπό τινος, σε Θουκ.· δένω σε θηλειά, τὴν δέρην, σε Ευρ. — Μέσ., βρόχους ἀρτωμένη, δεμένη με βρόχο στον λαιμό, απαγχονισμένη, στον ίδ.
II. Παθ., αναρτώμαι, κρεμιέμαι από κάτι, ἠρτῆσθαι ἔκ τινος, στον ίδ.· απ' όπου, βασίζομαι πάνω σε, εξαρτώμαι, στηρίζομαι, Λατ. pendere ab aliquo, σε Ηρόδ.· πρβλ. ἀρτέομαι.

Russian (Dvoretsky)

ἀρτάω: ион. ἀρτέω
1) вешать, привешивать, подвешивать, привязывать (λίθους Xen.; δοκοὺς ἁλύσεσι ἀπό τινος Thuc.): ἀ. δέρην Eur. вешаться; ἠρτῆσθαι ἔκ τινος Eur., Plat. и ἔν τινι Eur. быть привешенным к чему-л., висеть на чем-л.; ἱμᾶσιν εἰς τοὔπισθεν ἀρτήσας δέμας Eur. откинувшись назад и натянув поводья;
2) pass. быть прикрепленным или связанным (αἱ φλέβες ἤρτηνται ἐκ τῆς καρδιας Arst.);
3) pass. находиться в зависимости, зависеть (ἐκ τινος Her., Xen., Plat. и ἔν τινι Arst.);
4) pass. находиться в связи, быть обусловленным (ἔκ τινος Arst., Dem. и ἀπο τινος Arst.);
5) med.-pass. снаряжаться, готовиться (πολεμεῖν и ἐς πόλεμον Her.): ἀρτέεσθαι ναυμαχίαν Her. готовиться к морскому сражению.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: bind to, hang upon, fasten to (Hdt.).
Derivatives: ἄρτημα several objects, like ear-pendant (Hdt.), weight (Arist.) etc.; ἀρτάνη rope, nose (to hang sth.)' (A.), after πλεκτάνη etc.
Origin: GR [a formation built with Greek elements]X [probably]
Etymology: ἀρτάω < *ἀϜερτάω from ἀείρω binden, hang, but the formation is unusual, Schwyz. 705f. Cf. ἀρτήρ, ἀρτηρία.

Middle Liddell

[*ἄρω]
I. to fasten to or hang one thing upon another, τι ἀπό τινος Thuc.: to fasten in a noose, τὴν δέρην Eur.:—Mid., βρόχους ἀρτωμένη fastening halters to one's neck, Eur.
II. Pass. to be hung upon, hang upon, ἠρτῆσθαι ἔκ τινος Eur.: hence to depend upon, Lat. pendere ab aliquo, Hdt. Cf. ἀρτέομαι.

Frisk Etymology German

ἀρτάω: {artáō}
Grammar: v.
Meaning: anbinden, anhängen, aufhängen, abhängen (ion. att.).
Derivative: Davon die Nomina actionis ἄρτημα Bezeichnung verschiedener Gegenstände wie Ohrgehänge (Hdt.), angehängtes Gewicht (Arist. u. a.) usw.; ἄρτησις das Aufhängen (Papp.), ἀνάρτησις ib. (Thphr. usw.), ἀρτησμός ib. (AB). — Außerdem das konkrete ἀρτάνη ‘Strick, Schlinge (zum Hängen)’ (A., S.), nach dem synonymen πλεκτάνη und anderen Gerätenamen auf -άνη (Schwyzer 489f., Chantraine Formation 197ff.).
Etymology : ἀρτάω aus *ἀϝερτάω ist eine sekundäre Verbalbildung, die sich zum primären ἀείρω anbinden, aufhängen (s. d.) verhält wie z. B. lat. gestāre zu gerere. Die Entstehungsweise ist im einzelnen nicht aufgeklärt, s. Schwyzer 705f. mit Lit. Vgl. noch ἀρτήρ, ἀρτηρία.
Page 1,153