Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀσφάραγος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ἀσφάρᾰγος Medium diacritics: ἀσφάραγος Low diacritics: ασφάραγος Capitals: ΑΣΦΑΡΑΓΟΣ
Transliteration A: aspháragos Transliteration B: aspharagos Transliteration C: asfaragos Beta Code: a)sfa/ragos

English (LSJ)

(A) [φᾰ], ὁ,

   A = φάρυγξ, throat, gullet, Il.22.328, Plu.2.698e, Q.S.11.82.
ἀσφάρᾰγος (B) [φᾰ], ὁ,

   A stone sperage, Asparagus acutifolius, Cratin. 325, Amips.25, Antiph.301, Theopomp.Com.68, etc.; the edible shoots thereof, Thphr.6.4.2, Dsc.2.125, AP11.325 (Autom.), Gal.6.641.    II the shoots of other plants, Nic.Th.883, etc.; κράμβης Diph.Siph. ap. Ath.2.62f; of ἄμπελος λευκή, Dsc.4.182. (ἀσφ- Attic, Phryn.89, PSp.41B.: ἀσπ- in Antiph.301, Aristopho16, and later writers, as Nic. l. c., Plb.34.8.5, etc.)

German (Pape)

[Seite 381] (α euphon., vgl. φάρυγξ), ὁ, Luftröhre, Kehle, Il. 22, 328. ὁ, Spargel, att, für ἀσπάραγος, com. bei Ath. II, 62 e.

Greek (Liddell-Scott)

ἀσφάρᾰγος: [φᾰ], ὁ= φάρυγξ, οὐδ’ ἄρ’ ἀπ’ ἀσφάραγον μελίη τάμε χαλκοβάρεια, «φάρυγγα, βρόγχον» (Σχόλ.), Ἰλ. Χ. 328.

French (Bailly abrégé)

1ου (ὁ) :
gosier, gorge.
Étymologie: ἀ- prosth., σφάραγος.
2att. c. ἀσπάραγος.

English (Autenrieth)

windpipe, Il. 22.328†.

Spanish (DGE)

(ἀσφάρᾰγος) -ου, ὁ

• Alolema(s): ἀσπ- Hp.Mul.1.75, Antiph.301, Aristopho 15 y tard.

• Prosodia: [-φᾰ-]
bot.
1 esparraguera borde, espárrago, Asparagus acutifolius L., Hp.l.c., Cratin.363, Amips.25, Antiph.l.c., Aristopho l.c., Theopomp.Com.68, Thphr.HP 1.10.6, Plb.34.8.5, PMich.619.2 (II d.C.), PStras.299ue.8 (II d.C.).
2 tallo comestible del espárrago Thphr.HP 6.4.2, Dsc.2.125, Gal.6.641.
3 gener. tallo, brote de otras plantas ῥάμνου Nic.Th.883, κράμβης Diph.Siph. en Ath.62f, AP 11.325 (Autom.), de la viña blanca, Dsc.4.182, de la brionia negra Tamus communis L., Plin.HN 23.27.
4 hinojo marino, Crithmum maritimum L., llamado por Plin. Asparagus Gallicus Plin.HN 21.86.
5 ἀσπάραγος· κυρίως ἐπὶ τοῦ ἐρείου ἢ ὀρείου, ὁ μὴ σπειρόμενος. Ὠρίων Et.Gen.1299.

• Etimología: Prob. de una raíz *sperH1- / *spreH1- ‘brotar’, cf. av. sparəga ‘brote’, ags. spracen ‘aliso’, ai. sphū́rjati ‘brotar’, ‘aparecer’, etc.
(ἀσφάρᾰγος) -ου, ὁ

• Prosodia: [-φᾰ-]

• Morfología: [gen. -οιο Q.S.11.82, Nonn.D.37.767]
garganta, gaznate ἀπ' ἀσφάραγον μελίη τάμε Il.22.328, cf. Plu.2.698e, Q.S.l.c., Nonn.l.c.

• Etimología: Doblete c. prótesis de σφάραγος a su vez rel. c. φάρυγξ y σφαραγέομαι todas ellas prob. de origen onomatopéyico.

Greek Monolingual

(I)
ἀσφάραγος, ο (Α)
φάρυγγας, λαιμός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η ακριβής σημασία της λ. οδηγεί στη σύνδεσή της με τη λ. φάρυγξ, ενώ ο παράλληλος τ. σφάραγος προέκυψε ίσως από παρετυμολογική επίδραση του ρ. σφαραγούμαι «τρίζω, εξογκώνομαι, φουσκώνω». Η υπόθεση συσχετισμού της λ. με το ασφάραγος (II) στερείται αποδείξεως, ενώ άλλοι τη συνδέουν με λιθ. springstu, springti «πνίγω, στραγγαλίζω». Στον Όμηρο η λ. ασφάραγος είναι ευρύτερη σημασιολογικά από τη λ. λαυκανίη «λαιμός, φάρυγγας», γιατί δηλώνει επιπλέον την τραχεία, με την οποία πραγματοποιείται η ομιλία. Στον Ησύχιο σημαίνει «φάρυγξ ή βρόγχος», ενώ ο τ. σφάραγος δηλώνει «τον βρόγχο, τράχηλο, λαιμό»].
(II)
ἀσφάραγος, ο (Α)
1. ασπάραγος, σπαράγγι
2. το τρυφερό βλαστάρι άλλων φυτών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται πιθ. με το ρ. σφαραγούμαι «ξεχειλίζω, φουσκώνω», με λιθ. spurgas «βλάστηση, βλαστάρι», αρχ. ινδ. spūrjati «εμφανίζομαι απότομα, αναβρύω», που ανάγονται σε ινδοευρ. ρίζα (s)p(h)ereg- «τινάζομαι, πηδώ», αν και μεταξύ αυτών των τ. υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις τόσο από πλευράς μορφής όσο και σημασίας. Ετυμολογική σχέση της λ. με το ασφάραγος (Ι) δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί, ενώ δεν αποκλείεται η υπόθεση ότι πρόκειται για δάνεια λ.].

Greek Monotonic

ἀσφάρᾰγος: [φᾰ], ὁ, = φάρυγξ, φάρυγγας, λαρύγγι, οισοφάγος, σε Ομήρ. Ιλ.
• ἀσφάρᾰγος: ὁ (α ευφωνικό, σπαργάω), Λατ. asparagus, τρυφερό βλαστάρι, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ἀσφάρᾰγος:
I (φᾰ) ὁ гортань, горло Hom., Plut.
II ὁ Plut. = ἀσπάραγος.

Frisk Etymological English

1.
Grammatical information: m.
Meaning: throat, gullet (Χ 328, Plu.).
Other forms: σφάραγγος (σφάραγος Latte) βρόγχος, τράχηλος, λαιμός, ψόφος H.; = φάρυγξ (Apion ap. Phot.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Unknown. The form without ἀ- through influence of σφαραγέομαι? Sometimes connected with 2. ἀσφάραγος as *`(hollow) stalk' (Persson Beitr. 1, 444). Improbable Winter Prothet. Vokal 20. Fur. 227 connects φάραγξ, -γγος; cf. σφάραγγες (codd. -ές) sine expl. H. The variations prove a substr. word (suff. -αγ-\/-αγγ-). Fur. 227 further compares μάραγοι οἱ ἀπόκρημνοι τόποι H., which seems improbable to me.
2.
Grammatical information: m.
Meaning: asparagus, young shoots (Cratin.).
Other forms: also ἀσπάραγος (Com., Thphr., Plb. etc. [not given separately by LSJ]).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: The word has been compared with σφαραγέομαι be full etc., but it is rather a substr. word (cf. the variant).

Middle Liddell

1 =φάρυγξ
the throat, gullet, Il.
2 σπαργάω
asparagus, Anth.

Frisk Etymology German

ἀσφάραγος: 1.
{aspháragos}
Grammar: m.
Meaning: Schlund, Kehle (Χ 328, Plu., Q. S.).
Derivative: Vgl. σφάραγος· βρόγχος, τράχηλος, λαιμός, ψόφος H., = φάρυγξ (Apion ap. Phot.).
Etymology : Unerklärt. Vielleicht mit 2. ἀσφάραγος identisch als *‘(hohler) Stengel, Röhre’, s. Persson Beitr. 1, 444. Die apokopierte Form durch Assoziation mit σφαραγέομαι prasseln, zischen? — Nach Fick 1, 574 zu lit. springstù, spriñgti würgen (intr.). Unannehmbar Winter Prothet. Vokal 20.
Page 1,174-175
2.
{aspháragos}
Forms: auch ἀσπάραγος
Grammar: m.
Meaning: Spargel, junger Trieb (Kom., Thphr., Plb. usw.).
Derivative: Davon ἀσφαραγία Wurzelstock des Spargels (Thphr., vgl. Strömberg Theophrastea 84, 114) und ἀσφαραγωνία Spargelkranz (Plu.), vgl. βρυωνία, ῥοδωνία usw. Hatzidakis Ἀθ. 28, 114.
Etymology : Unter den vielen Wörtern, die als nähere oder entferntere Verwandte in Betracht kommen (s. WP. 1, 672ff.), seien erwähnt: gr. σφαραγέομαι strotzen, voll sein, lit. spùrgas Sproß, ai. sphū́rjati hervorbrechen. Die näheren Beziehungen dieser Wörter sind aber schwierig festzustellen sowohl wegen der schwankenden Form wie vor allem wegen der mannigfachen Sinnfärbungen. Für ἀσφάραγος kommt außerdem Entlehnung in Betracht.
Page 1,175