Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄγαλμα

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: ἄγαλμα Medium diacritics: ἄγαλμα Low diacritics: άγαλμα Capitals: ΑΓΑΛΜΑ
Transliteration A: ágalma Transliteration B: agalma Transliteration C: agalma Beta Code: a)/galma

English (LSJ)

ατος, τό, acc. to Hsch. πᾶν ἐφ' ᾧ τις ἀγάλλεται,

   A glory, delight, honour, Il.4.144, etc.; κεφάλαισιν ἄνδρων ἀγάλματα (sc. λόφοι) Alc.15; χώρας ἄ., of an ode, Pi.N.3.13, cf. 8.16; of children, τέκνον δόμων ἄ. A.Ag.208; εὐκλείας τέκνοις ἄ. conversely, of a father, S.Ant.704; Καδμεΐας νύμφας ἄ., addressed to Bacchus, ib.1115; ματέρος ἄ. φόνιον, of slain sons, E.Supp.371; ἀγάλματ' ἀγορᾶς mere ornaments of the agora, Id.El.388, cf. Metagen.10.3; rare in Prose, Pl.Ti.37c.    2 pleasing gift, esp. for the gods, ἄ. θεῶν Od.8.509, of a bull adorned for sacrifice, ib.3.438; of a tripod, Hdt.5.60, al.; generally, = ἀνάθημα, IG1.37312a, etc.; Χάρης εἰμὶ . . ἄ. τοῦ Ἀπόλλωνος GDI5507 (Miletus); ἄνθηκεν ἄ. Simon.155; so, Ἑκάτης ἄ… κύων, because sacred to her, E.Fr.968, = Ar.Fr.594a; ἄ. Ἀΐδα, of a tombstone, Pi.N.10.67.    3 statue in honour of a god, Hdt.1.131, 2.42,46, Lys.6.15 (pl.):—τὸ τοῦ Διὸς ἄ., opp. εἰκόνες of men, Isoc. 9.57, cf. Michel545 (Phrygia, ii B.C.), etc.; as an object of worship, A.Th.258, Eu.55, S.OT1379, Pl.Phdr.251a:—sculpture, μήτε ἄ. μήτε γραφή Arist.Pol.1336b15.    4 statue (more general than ἀνδριάς, q.v.), Pl.Men.97d, etc.:—also, portrait, picture, ἐξαλειφθεῖσ' ὡς ἄ. E.Hel.262.    5 generally, image, τῶν ἀιδίων θεῶν Pl.Ti.37c; νεφέλης E.Hel.705; μητρός Trag.Adesp.126; Ἄρεως Polemo Call. 52:—expressed by painting or words, Pl.Smp.216e, cf. R.517d; hieroglyphic sign, Plot.5.8.6.

German (Pape)

[Seite 7] τό, bei Hom. πᾶν, ἐφ' ᾧ τις ἀγάλλεται, καὶ οὐχὶ τὸ ξάανον (Apoll. Lex. Hom. 6, 30 Scholl. Iliad. 4, 144 Odyss. 3, 274 u. 438. 4, 602), in der Ilias nur 4, 144 von einem Pferdeschmuck βασιλῆι δὲ κεῖται ἄγαλμα, in der Od. siebenmal, z. B, πολλὰ δ'ἀγάλματ' ἀνῆψεν, ὑφάσματά τε χρυσόν τε Od. 3, 274; ἄγαλμα θεῶν θελκτήριον Od. 8, 599, vom hölzernen Pferd; ein zum Opfer geschmückter Stier heißt so Od. 3, 438, ein Halsschmuck 18, 366; – χώρας, ein Mann, Pind. N. 3, 13; πατρός, ein Gesang. 8, 16. Statue ist es 5, 10. 67; Alcaeus nennt den Helm ἄγ. ἀνδρῶν, Athen. XIV, 627 b; Aesch. ἴπποι ἀγ. τῆς ὑπερπλούτου χλιδῆς Prom. 464; τέκνα. – δόμων Aa. 212. 721. Zierde und Freude, Eum. 881; Suppl. 89; θεῶν, Standblider, Eum. 35, wie Spt. 240. 247; Hopk. δαιμόνων ἱερὰ ἀγ. O. R. 1379; Bacchus, Καδμείας νύμφας ἀγ., 1102, ch.; εὐκλείας, Ruhmes Zierde, ibd. 699; Eur. διδυμογενὲς ἄγ. πατρίδος, Castor und Pollux, Hel. 207; θεῶν Alc. 613; so bes. seit Her. 8, 169 u. a. in Prosa, Standbilder der Götter als Gegenstand der Verehrung, z. B. Plat. Phaedr. 251 a; neben βωμοί u. ναοί, Legg. IV, 738 c; u. sonst, wie Xen. oft u. Pausan. Auch im Allgemeinen, Bildsäule, z. B. Δαιδάλου ἄγ. Plat. Men. 97 d; πάντες ὥσπερ ἄγ. ἐθεῶντο αὐτόν Charm. 154 d; von Gemälden, Legg. XII 956 b; obgleich von Statuen und Bildern der Menschen εἰκόνες und ἀνδριάντες die eigentlichen Ausdrücke bleiben; Ἑκάτης ἀγάλματα heißen Hunde, Ar. bei B. A. 336; vgl. Eur. bei Plut. Is. et Os. 71. Uebertr. nennt Plat. die Welt τῶν ἀϊδίων θεῶν ἄγ. Man vgl. Ruhnk. ad Tim. p. 4 u. Böckh. Inscr. I, p. 7.

Greek (Liddell-Scott)

ἄγαλμα: -ατος, τό, καθ’ Ἡσύχ. πᾶν ἐφ ᾧ τις ἀγάλλεται, τιμή, εὐφροσύνη, δόξα, Ἰλ. Δ, 144, κτλ. Οὕτως ἐν τοῖς ἀποσπ. τοῦ Ἁλκ. 15, οἱ ἵππειοι λόφοι λέγονται ἀγάλματα ταῖς κεφαλαῖς τῶν ἀνδρῶν, κεφάλαισιν ἄνδρων (μετὰ Αἰολ. τονισμοῦ) ἀγάλματα· καὶ ὁ Πίνδ. ἀποκαλεῖ τὴν ἑαυτοῦ ᾠδὴν χώρας ἄγαλμα, Ν. 3, 21, πρβλ. 8. 27· συχνάκις ἐπὶ παιδίων, τέκνον δόμων ἄγαλμα, Αἰσχύλ. Ἀγ. 207· εὐκλείας τέκνοις ἄγ., δόξης στέφανος δι’ αὐτὰ (πρβλ. εὔκλεια), Σοφ. Ἀντ. 704· Καδμεΐας ἄγ. Νύμφας, περὶ τοῦ Βάκχου, αὐτ. 1116· ματέρος ἄγ. φόνιον, ἐπὶ σφαγέντων υἱῶν, Εὐρ. Ἱκ. 369, ἔνθα ἴδε Markl., ἀγάλματ’ ἀγορᾶς = ἁπλῶς κοσμήματα τῆς ἀγορᾶς (πρβλ. ἀγοραῖος ΙΙ. 3), Εὐρ. Ἠλ. 385, πρβλ. Μεταγέν. ἐν «Ὀμήρῳ ἢ Ἀσκηταῖς» 1. 2) δῶρον εὐχάριστον, μάλιστα διὰ τοὺς θεούς, ἄγ. θεῶν, Ὀδ. Θ, 509, πρβλ. Γ, 438, ἔνθα ταῦρος κεκοσμημένος πρὸς θυσίαν λέγεται ἄγαλμα· περὶ τρίποδος, Ἡρόδ. 5. 60, 61, 158, καὶ καθόλου, = ἀνάθημα, Ἐπιγραφ. ἀρχ. ἐν Συλλ. Ἐπιγρ. 3. (ἴδε Böckh), 24, 150, καὶ ἀλλ.· ἄνθηκεν ἄγαλμα, Σιμωνίδ. 155, Χάρης εἰμί ... ἄγ. τῷ Ἀπόλλωνι, Ἐπιγραφ. ἐν Βραγχίδαις, Newton 779· οὕτως, Ἑκάτης ἄγαλμα ... κύων, ὡς ἱερὸς εἰς αὐτήν, Εὐρ. Ἀποσπ. 959, πρβλ. Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 635. 3) ἄγαλμα (ὁμοίωμα) εἰς τιμὴν θεοῦ τινος, Ἡρόδ. 1. 131., 2. 42, 46, Λυσ. 104, 35· ὡς ἀντικείμενον λατρείας, Αἰσχύλ. Θ. 258, Εὐμ. 55, Σοφ. Ο. Τ. 1379. Πλάτ. Φαῖδρ. 251Α· - ἔργον γλυπτικῆς, μήτε ἄγ. μήτε γραφή, Ἀριστ. Πολ. 7. 17, 10· - ἀλλὰ τό, ἄγ. Ἀΐδα, παρὰ Πινδ. Ν. 10, 125, εἶναι ὁ πρὸς τῇ κεφαλῇ λίθος τοῦ τάφου ὁ καλούμενος στάλα ἐν τῷ παραλλήλῳ χωρίῳ τοῦ Θεοκρ., 22. 207. 4) ἀκολούθως ἐν γένει = ἀνδριάς, πᾶν εἶδος ἀγάλματος, Πλάτ. Μένων 97D: ἢ εἰκών, ἐξαλειφθεῖσ’ ὡς ἄγαλμα, Εὐρ. Ἑλ. 262· πρβλ. Α. Β. 82, 324, 334. 5) τέλος πᾶν ὁμοίωμα παριστώμενον διὰ γραφῆς ἢ διὰ λόγου, Πλάτ. Τίμ. 529C. Συμπ. 216Ε. - Περὶ τῆς λέξ. ὅρα Ruhnk. Τίμ. Λεξ. Πλάτ. ἐν λέξ.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
ornement, parure, d’où
I. fig. en parl. de pers. : Νηρέως ἄγαλμα EUR enfants qui font la joie et l’orgueil de Nérée;
II. ouvrage travaillé avec art et offert à un dieu, d’où
1 offrande aux dieux;
2 image des dieux (statue, peinture);
III. p. ext.
1 statue, image qcque : ἀγάλματ’ ἀγορᾶς EUR de belles images qu’admire la foule sur la place publique;
2 groupe ou monument qcque : ὠδῖνος ἄγαλμα Δίας EUR le monument de l’enfantement du fils de Zeus en parl. du palmier de Délos que Latone entoura de ses bras dans les douleurs de l’enfantement.
Étymologie: ἀγάλλω.

English (Autenrieth)

(ἀγάλλομαι): anything in which one takes delight or pride, a ‘treasure,’ Il. 4.144; applied to votive offerings, Od. 3.274; a sacrificial victim, Od. 3.438; horses, Od. 4.602; personal adornments, Od. 18.300.

English (Slater)

ἄγαλμα (ἄγαλμα nom., voc., acc.; ἀγάλματα acc.),
   a glory, delight χαριέντα δ' ἕξει πόνον χώρας ἄγαλμα sc. ὕμνος (contra Wil., ἄγαλμα “ist die Jugend, welche singen soll, der Schmuck des Landes.”) (N. 3.13) ἱκέτας Αἰακοῦ σεμνῶν γονάτων ἅπτομαι φέρων Λυδίαν μίτραν καναχηδὰ πεποικιλμέναν, Δείνιος δισσῶν σταδίων καὶ πατρὸς Μέγα Νεμεαῖον ἄγαλμα (i. e. τὸν ποικίλον ὕμνον Σ.) (N. 8.16) εὐάρματε χρυσοχίτων ἱερώτατον ἄγαλμα, Θήβα (others assume Pindar to have some particular statue in mind.) fr. 195.
   b statue οὐκ ἀνδριαντοποιός εἰμ, ὥστ' ἐλινύσοντα ἐργάζεσθαι ἀγάλματ ἐπ αὐτᾶς βαθμίδος ἑσταότ (N. 5.1)
   c monument ἔνθεν ἁρπάξαντες ἄγαλμ' Ἀίδα, ξεστὸν πέτρον i. e. tombstone (N. 10.67)

Spanish (DGE)

-ματος, τό

• Alolema(s): chipr. ἄζαλμα Nym.Kafizin 292 (III a.C.)

• Grafía: graf. ἄκαλμα SB 1694 (Memfis VI a.C.)

• Prosodia: [ᾰ-]
I frec. como pred.
1 objeto precioso, motivo de orgullo, ornato, ornamento βασιλῆϊ δὲ κεῖται ἄγαλμα de una quijera de marfil y púrpura Il.4.144, de caballos Od.4.602, de Helena ἄ. πλούτου A.A.741, ἔρωτος Musae.8
de Atenas Ἑλλάνων ἄγαλμα δαιμόνων A.Eu.920, del Nilo como gloria de Egipto, himno crist. en PTurner 10.1
adorno, ornamento λόφοι ... κεφάλαισιν ἄνδρων ἀγάλματα Alc.140.7, μίτρα ... νεανίδων ἄ. Alcm.1.69, κόμης ἄ. E.El.871, cf. 873, ἄ. τύμβου de un mechón de cabellos, A.Ch.200
joya, aderezo de un broche Od.19.257, de un collar Od.18.300, Hes.Fr.142, Nonn.D.33.88.
2 para los dioses objeto precioso como ofrenda, ofrenda preciada πολλὰ δ' ἀγάλματα ἀνῆψεν, ὑφάσματά τε χρυσόν τε Od.3.274, de un toro adornado para el sacrificio ἵν' ἄγαλμα θεὰ κεχάροιτο ἰδοῦσα Od.3.438, en un recipiente de bronce Μελάνθιός με ἀνέθηκε τῷ Ζηνὶ Θηβαίῳ ἄκαλμα SB 1694 (Memfis VI a.C.), de un trípode, Hdt.5.60, de un altar βωμὸς ... ἄ. E.HF 49
de la palmera de Leto ὠδῖνος ἄ. Δίας E.Hec.461
sin definir en qué consiste Od.8.509, 12.347, h.Bacch.1.10, Simon.153D., IG 12.703.2 (Atenas V a.C.)
c. gen. del dios a quien se consagra Ἑκάτης ἄ. ... κύων E.Fr.62h, cf. Ar.Fr.608, ἄ. τō Ἀπόλλωνος Didyma 6 (VI a.C.), ἄ. Ἀΐδα de la losa sepulcral, Pi.N.10.67
ofrenda, regalo a personas πέπλων ἄγαλμά σοι θήσουσιν εὐπήνους ὑφάς de los peplos, como ofrenda, te dedicarán las telas finamente tejidas (a Ifigenia muerta), E.IT 1465, γάμων ἀγάλματα regalos de boda E.Hel.1433.
3 delicia, deleite del canto χαρίεντα δ' ἕξει πόνον χώρας ἄγαλμα Pi.N.3.13, cf. N.8.16, μέλημ' ... χρυσέων χορῶν ἄ. Lyr.Adesp.18.3.
4 fig. de pers. delicia, orgullo, ornato δόμων ἄ. gloria de la casa A.A.207, Καδμείας νύμφας ἄ. de Baco, S.Ant.1115, ματέρος ἄ. φόνιον de los hijos muertos, E.Supp.371 (cód., pero cf. ἄμυγμα), cf. 1164, de un par de nietos Νηρέως ἀγάλμαθ' delicias de Nereo E.IT 273, de los Dioscuros διδυμογενὲς ἄ. πατρίδος doble orgullo de su patria E.Hel.206, de abstr. ἄ. πόλεσιν εὐσεβὴς πόνος E.Supp.373, cf. HF 358.
II 1imagen, estatua de un dios, como objeto de culto θιγγάνουσ' ἀγαλμάτων A.Th.258, cf. Eu.55, S.OT 1379, Πέρσας οἶδα ... ἀγάλματα ... οὐκ ἐν νόμῳ ποιευμένους ἱδρύεσθαι ... ὅτι οὐκ ἀνθρωποφυέας ἐνόμισαν τοὺς θεοὺς ... εἶναι Hdt.1.131, cf. 2.42, 46, IHerm.Magn.1.2 (III a.C.), SEG 15.874 (II a.C.)
del amado venerado οἷον ἄγαλμα Pl.Phdr.252d, cf. ὥσπερ ἄγαλμα στήσας Synes.Regn.9 (p.20)
ἀγαλμάτων περικοπαί mutilaciones de imágenes Th.6.28
c. gen. del dios ἄ. Θέτιδος E.Andr.246, θεᾶς E.Andr.115, IT 87, 1014, ἄ. τοὐσίριος SEG 20.644 (Memfis IV/III a.C.), ἄ. τᾶς Θέμιδος Nym.Kafizin l.c., cf. Th.2.13, Pl.Lg.931a, Lys.6.15, Nonn.D.33.88, 97, τὰ ἠχοῦντα ἀγάλματα ref. estatuas parlantes, Alciphr.4.19.7, tb. de pers. ἀ. μαρμάρινον Michel 545 (Frigia II a.C.)
situadas tb. en la plaza, Metag.10
c. gen. de la materia ἄ. κέδρου imagen de madera de cedro Theoc.Ep.8.4
op. εἰκόνες ‘figuras humanas’, Isoc.9.57
imagen cristiana, Soz.HE 5.21.1
fig. de las imágenes dentro de la de Sócrates-Sileno οὐκ οἶδα εἴ τις ἑώρακεν τὰ ἐντὸς ἀγάλματα Pl.Smp.216e, ἀγάλματ' ἀρετῆς ἐν αὑτοῖς ἔχοντας Pl.Smp.222a.
2 de las concepciones fil. platónicas y neoplatónicas imagen sensible, objeto de culto τῶν ἀιδίων θεῶν ... ἄγαλμα Pl.Ti.37c, cf. Procl.in Ti.3.4.19, 3.69.3, del sol τὸ ζῶν ἄγαλμα imagen viva, objeto de culto vivo Iul.Ep.111.434d.
3 en lit. judeo-crist. ídolo τοὺς θεοὺς αὐτῶν καὶ τὰ ἀγάλματα LXX Is.19.3, πέπτωκεν Βαβυλών, καὶ πάντα τὰ ἀγάλματα αὐτῆς LXX Is.21.9, βλέποντες ἀ. χρυσᾶ LXX 2Ma.2.2, cf. Clem.Al.Prot.4.57, Origenes Cels.6.5.
4 ἄγαλμα στρατιωτικόν el águila, enseña principal de las legiones romanas, op. σημεῖα, lat. signa D.C.74.6.3.
III en concepciones más racionalizadas
1 estatua, escultura, imagen sin sent. relig. αἱ δὲ σάρκες αἱ κεναὶ φρενῶν ἀγάλματ' ἀγορᾶς εἰσιν los cuerpos vacíos de mente son como estatuas de la plaza E.El.388, στέρνα ... ὡς ἀγάλματος κάλλιστα hermoso pecho de estatua, escultural E.Hec.560, Δαιδάλου ἀγάλματα Pl.Men.97d, op. γραφή ‘pintura’ μήτε ἄγαλμα μήτε γραφήν Arist.Pol.1336b15, ὅτι δοκεῖ λαλεῖν τὸ ἄγαλμα porque parece que la estatua va a hablar (por su realismo), Hp.Ep.17.5.
2 imagen, representación, figura (no necesariamente escultórica): pintura o dibujo εἴθ' ἐξαλειφθεῖσ' ὡς ἄγαλμα ... ojalá, borrada como un retrato ... E.Hel.262, ἀγάλματα ὅσαπερ ἂν ἐν μιᾷ ζωγράφος ἡμέρᾳ εἶς ἀποτελῇ Pl.Lg.956b
de otras imágenes νεφέλης ἄ. imagen hecha de nube E.Hel.1219, νεκύων ἀμενηνὸν ἄγαλμα vana imagen de los muertos E.Tr.193, ἀγωνίζεσθαι περὶ τῶν τοῦ δικαίου σκιῶν ἢ ἀγαλμάτων ὧν αἱ σκιαί Pl.R.517d
imagen mental τὰ τῆς φιλοσοφίας ἀγάλματα Thdt.Affect.3, p.95.8
signo jeroglífico Plot.5.8.6.
3 de pers. viva imagen Αἰτωλίδος ἀγάλματα μητρός vivas imágenes de vuestra madre etolia, Trag.Adesp.126, Ἄρεως Polem.Call.52
c. abstr. viva imagen, modelo εὐκλείας τέκνοις ἄ. S.Ant.704, ἀρετῆς Pl.Smp.222a, εὐσεβείας Agap.Cap.M.86.1165B
imagen viva, figura humana τὸ σχῆμα τοῦ ἀνθρωπείου ἀγάλματος Nil.M.79.840A
cuerpo, cadáver Αὐξεντίου τ<ό>δ' ἄγαλμα· ἐνθάδε κῖτε (sic) IChCr.96 (V d.C.).
4 imagen acústica, de los nombres ἀγάλματα φωνήεντα (τῶν θεῶν) Democr.B 142, cf. B 26.

Greek Monotonic

ἄγαλμα: -ατος, τό (ἀγάλλω),
1. τιμή, ευφροσύνη, δόξα, σε Ομήρ. Ιλ., Αττ.· ἀγάλματ' ἀγορᾶς, απλά στολίδια της αγοράς, σε Ευρ.
2. ευχαριστήριο δώρο, ιδίως στους θεούς, σε Ομήρ. Οδ.
3. άγαλμα προς τιμήν ενός θεού, σε Ηρόδ., Αττ.· άγαλμα, ως αντικείμενο λατρείας κ.λπ., σε Αισχύλ.· έπειτα, γενικά = ἀνδριάς, κάθε είδους άγαλμα, σε Πλάτ.· επίσης, πορτρέτο, εικόνα, κάθε είδους ομοίωμα που αναπαρίσταται με τη γραφή ή το λόγο· ἐξαλειφθεῖσ' ὡς ἄγαλμα, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἄγαλμα: ατος τό
1) украшение (ἀγάλματα ὑφάσματά τε Hom.);
2) краса, слава, гордость (χώρας Pind.; δόμων Aesch.; πατρίδος Eur.);
3) жертвенный дар, приношение (θεῶν Hom.; Ἀπόλλωνι Her.);
4) изваяние, статуя (δαιμόνων Soph.; Δαιδάλου Plat.);
5) изображение, картина: ἀγάλματα, ὅσαπερ ἂν ἐν μιᾷ ζωγράφος ἡμέρᾳ εἷς ἀποτελῇ Plat. картины, которые один художник может написать в один день.

Middle Liddell

ἀγάλλω
1. a glory, delight, honour, Il., attic; ἀγάλματ' ἀγορᾶς mere ornaments of the agora, Eur.
2. a pleasing gift, esp. for the gods, Od.
3. a statue in honour of a god, Hdt., attic; an image, as an object of worship, etc., Aesch.; then generally,= ἀνδριάς, any statue, Plat.: also a portrait, picture, ἐξαλειφθεῖσ' ὡς ἄγαλμα Eur.